ΜΙΑ «ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ» ΦΩΝΗ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΔΥΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΣΤΟ 19Ο ΑΙΩΝΑ

του κ. Κατσάρκα Στέφανου

 

Πώς θα ήταν άραγε ο κόσμος μας αν δε συνέβαιναν μερικά κοσμογονικά γεγονότα, ή αν δεν εμφανίζονταν κάποιες σημαντικές ή σημαδιακές προσωπικότητες που καθόρισαν ή και άλλαξαν την πορεία του προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο; πώς θα ήταν η  Ευρώπη χωρίς έναν Ναπολέοντα, έναν Χίτλερ ή έναν Στάλιν; πώς θα ήταν η Ελλάδα –για να πούμε και τα σημερινά δικά μας- χωρίς την καταιγιστική παρουσία ενός Ανδρέα Παπανδρέου; ποια θα ήταν η πορεία της ανθρωπότητας χωρίς τους παγκόσμιους πολέμους, χωρίς την αμερικανική, τη γαλλική ή τη ρωσική επανάσταση; πού θα βρισκόταν άραγε ο πολιτισμός, η επιστήμη, η τέχνη, η διανόηση χωρίς τις γιγάντιες μορφές κάποιων ανθρώπων που σημάδεψαν καθέναν απ’ αυτούς τους τομείς, και πολλούς άλλους ακόμη, τόσο καθοριστικά;

Σήμερα όλο και περισσότερο αναπτύσσεται ένας κλάδος ιστορικής, ας πούμε, φαντασίας που απαιτεί ακριβή γνώση, σωστή κρίση, πλούσια φαντασία. Που προσπαθεί να μαντέψει αναδρομικά την εξέλιξη της ιστορίας χωρίς κάποιους ανθρώπους ή κάποια γεγονότα. Τάση που αρχίζει να εισχωρεί ακόμη και ανάμεσα σε χριστιανούς συγγραφείς και στοχαστές. «Τι θα Γινόταν αν δεν Είχε Γραφεί η Βίβλος;» αναρωτήθηκε στον τίτλο του ένα βιβλίο που εκδόθηκε πρόσφατα. Θ’ άξιζε ίσως κάποιος ν’ ασχοληθεί και με το ερώτημα «Πώς θα εξελισσόταν η ανθρώπινη ιστορία αν δεν είχε έρθει ο Χριστός στον κόσμο»…

 

Κανείς σοβαρός άνθρωπος σήμερα δεν αμφισβητεί το ότι η γαλλική επανάσταση καθόρισε την εξέλιξη του δυτικού κόσμου, όχι μονάχα σαν καθαυτό κοσμοϊστορικό γεγονός, μα και με τις αλυσιδωτές αντιδράσεις που ακολούθησαν στα κατοπινά χρόνια. Ο μαρξισμός με όλα τα παρεπόμενά του, ο δαρβινισμός με την αθεϊστική του έκδοση που κατέβασε το επίπεδο του ανθρώπου σ’ εκείνο του εξελιγμένου πιθήκου, ο φροϊδισμός με τη μονόπλευρη αντιμετώπιση της ανθρώπινης προσωπικότητας, ο ολοκληρωτικός ναζισμός που βασίστηκε στη νιτσεϊκή θεωρία του υπερανθρώπου αγκαλιά με τη μουσική των θεών και των τιτάνων του Ριχάρδου Βάγκνερ, ακόμη και ο ορθολογισμός με τη μοντερνιστική θεολογία που πολέμησε από μέσα την πίστη του Χριστού και την αυθεντία της Αγίας Γραφής -όλα εκείνα που διαμόρφωσαν τον κόσμο που ζούμε ακόμη και σήμερα, είναι προϊόντα ή παραπροϊόντα του διαφωτισμού και της αθεϊστικής γαλλικής επανάστασης.

Πώς αντέδρασαν οι χριστιανοί στο σύνολό τους σε όλα αυτά; βγήκαν άραγε έξω στον κόσμο ν’ αντιμετωπίσουν το παλιρροϊκό αθεϊστικό κύμα που σάρωνε τα πάντα, με τα πνευματικά όπλα που διέθεταν; καθόλου! ή μάλλον με κάποιες ανάξιες λόγου προσπάθειες, συχνά στα όρια του κωμικού, όπως με την περίφημη «Δίκη των Πιθήκων» που έβλαψε μάλλον παρά ωφέλησε την υπόθεση του ευαγγελίου του Χριστού*. Προσπάθειες που ανάλογες παρακολουθούμε ακόμη και σήμερα με τις κινήσεις των αμερικανών χριστιανών ευαγγελικών –ή «ευαγγελιστών», όπως επιμένουν οι δημοσιογράφοι μας- που μας έχουν ρεζιλέψει διεθνώς. Αξιοθαύμαστοι οι πνευματικοί «σεισμοί» που ξεκίνησαν από μεγάλα πνευματικά κινήματα, όπως εκείνα του Moody  και του Spurgeon  στο δέκατο ένατο αιώνα, ή του Μπίλυ Γκράχαμ στον εικοστό. Παρόντες και οι θεολόγοι με τον ιδιότυπο τρόπο σκέψης τους και τις αιώνιες, ανούσιες συχνά, διαμάχες τους. Εντελώς απόντες οι χριστιανοί επιστήμονες, στοχαστές, συγγραφείς, καλλιτέχνες. Χαμένοι μέσα στο πλήθος χωρίς φωνή, άνευροι, «άκαπνοι», τη στιγμή που οι άπιστοι κερδίζουν εδάφη και πολέμους χωρίς μάχες και χωρίς αντιπάλους. Έναν C.S. Lewisκαι έναν F. Schaeffer είχαμε για χρόνια και τους «περιφέραμε» -κι εξακολούθουμε να τους περιφέρουμε- σαν πνευματικό άλλοθι στον άνυδρο χώρο μας. Κι έχουμε και σήμερα δυο τρεις ακόμη  «κούκους»  που είναι αδύνατον να φέρουν από μόνοι τους την άνοιξη, όπως έγινε σε περασμένους αιώνες με τον Γουίλιαμ Γουίλμπερφορς που αγωνίστηκε και πέτυχε την κατάργηση της δουλείας στη Βρετανία, τον Γουίλιαμ Γλάδστον με τη λαμπρή και δημιουργική πολιτική διαδρομή στην ίδια χώρα που πέτυχε ειρηνικά όσα δεν πέτυχαν άλλοι με πολέμους και επαναστάσεις, τον Αβραάμ Λίνκολν με την κατάργηση της δουλείας στις Ηνωμένες Πολιτείες, κι ακόμη –και προπάντων- τον Αβραάμ Κόιπερ με την ολοκληρωμένη του πρόταση σ’ όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής, που αν είχε δράσει σε μεγαλύτερη από τη δική του πατρίδα, την Ολλανδία, ίσως ο κόσμος θα ήταν σήμερα διαφορετικός. Πόσο πολύ μπορεί να τα βάλει με τις ασθενικές του δυνάμεις  ένας μονάχα πολιτικός μιας μικρής χώρας με το «τσουνάμι» της γαλλικής επανάστασης…

 

 

Ο Αβραάμ Κόιπερ γεννιέται στα 1837 σε μια μικρή πόλη της Ολλανδίας. Όπως συμβαίνει πολύ συχνά και με άλλους σημαντικούς ανθρώπους, οι δάσκαλοί του στα πρώτα σχολικά του χρόνια δε σχηματίζουν και σπουδαία ιδέα για τις διανοητικές του ικανότητες. Προφανώς αλλάζουν γνώμη όταν ο παλιός μαθητής τους αποφοιτά από το πανεπιστήμιο του Λέιντεν με τους καλύτερους βαθμούς, και όταν στη συνέχεια αναγορεύεται διδάκτορας της θεολογίας στα εικοσιέξι του μόλις χρόνια. Ένα χρόνο αργότερα, χειροτονείται ποιμένας (πάστορας) της ολλανδικής αναμορφωμένης (καλβινιστικής) εκκλησίας. Το μικρό ψαροχώρι Beesd στα βόρεια της χώρας όπου πρωτοδιορίζεται σαν εφημέριος, με τους απλούς θερμούς καλβινιστές πιστούς, βρίσκεται κατά την εκτίμησή του πολύ χαμηλότερα από το επίπεδο της δικής

 

*To1925, στο Τεννεσή  των Ηνωμένων Πολιτειών, κάποιος καθηγητής γυμνασίου δικάστηκε με την κατηγορία ότι δίδασκε στους μαθητές του την θεωρία της εξέλιξης, ενέργεια παράνομη την εποχή εκείνη για τη συγκεκριμένη πολιτεία. Δυστυχώς ή όλη διαδικασία κατέδειξε την προχειρότητα και την πλημμελή προετοιμασία των φονταμενταλιστών χριστιανών κατηγόρων, και έβλαψε μάλλον παρά ωφέλησε την υπόθεση του ευαγγελίου.

του νοημοσύνης. Εκείνος έχει μορφωθεί σε «ανώτερη» πανεπιστημιακή κλίμακα, και παρόλο που έχει ανατραφεί από πιστούς χριστιανούς γονείς, από πατέρα μάλιστα ποιμένα της ίδιας αναμορφωμένης εκκλησίας, έχει ασπασθεί με την καθοδήγηση των πανεπιστημιακών καθηγητών του τη μοντερνιστική θεολογία, που την εποχή εκείνη βρίσκεται στην πλήρη ανάπτυξή της, τέκνο κι αυτή του διαφωτισμού και των ιδεών που γέννησαν και τη γαλλική επανάσταση.

Σε κάποιες τρανταχτές περιπτώσεις ανθρώπων με ειδική αποστολή όπως εκείνη του αποστόλου Παύλου, του Λούθηρου, του Καλβίνου, του Κόιπερ, η θεωρία του προορισμού μοιάζει να «δουλεύει» καλά. Σύντομα ο επηρμένος νεαρός κληρικός που αντιμετωπίζεται όχι ιδιαίτερα εγκάρδια από το βαθιά συντηρητικό ποίμνιό του, συνειδητοποιεί πόση αξία μπορεί να έχουν τα διανοητικά του παιχνίδια μπροστά στη θερμή πίστη απλών ανθρώπων που δεν καταλαβαίνουν από υψηλούς θεολογικούς συλλογισμούς και βαθιές φιλοσοφικές αναζητήσεις. «Με τις φτωχές βιβλικές γνώσεις που είχα αποκομίσει από το πανεπιστήμιο», ομολογεί, «δεν μπορούσα να συγκριθώ με τους ταπεινούς αυτούς ανθρώπους». Ταυτόχρονα  διαπιστώνει  πόσο βαθιά σχετίζεται η καλβινιστική σκέψη, που ψυχρά και θεωρητικά είχε διδαχτεί στο πανεπιστήμιο, με τη ζωντανή αλήθεια της Βίβλου, και πόσο αυτή αποτελεί ολοκληρωμένη πρόταση –τη μόνη μέσα στο χριστιανικό κόσμο- για μια κοσμοθέαση σε όλους τους τομείς της ζωής. Με άλλα λόγια, πόσο άδικο έχουν  να στενεύουν το ευαγγέλιο του Χριστού όλοι εκείνοι που το περιορίζουν μέσα σε «πνευματικά» μόνο πλαίσια (με την μονόπλευρη έννοια του «πνευματικού», του καθαρά θρησκευτικού) ξεκόβοντάς το εντελώς από την καθημερινή ζωή και δραστηριότητα, από την  επιστήμη, την πολιτική, την τέχνη, γενικότερα τον πολιτισμό σ’ όλες του τις μορφές. «Η γνώση αυτή της Βίβλου», δηλώνει, «ήταν συγχρόνως και γνώση μιας καλοοργανωμένης κοσμοθεωρίας, έστω και με την παλιά αντίληψη της αρχέγονης αναμορφωμένης [καλβινιστικής] εκκλησίας.  Ήταν σα να καθόμουνα στους πάγκους μιας αίθουσας διαλέξεων ακούγοντας το σοφό καθηγητή μου να διδάσκει το “δόγμα της αναμορφωμένης εκκλησίας”, με μια όμως ιδιαίτερα ανθρώπινη ζεστασιά. Κι εκείνο που για μένα τουλάχιστον ήταν το πιο ελκυστικό, ήταν ότι εκεί μιλούσε μια καρδιά που όχι μόνο κατείχε, αλλά επίσης και κατανοούσε την ιστορία και την εμπειρία της ζωής [..] Αυτοί οι συνηθισμένοι χειρώνακτες, κρυμμένοι σε μια γωνιά, μου μετέδωσαν με την τραχιά επαρχιακή τους διάλεκτο το ίδιο πράγμα που μου είχε δώσει ο Καλβίνος με τα ωραία λατινικά του. Ήταν παρών ο Καλβίνος εκεί, έστω με κάπως αλλοιωμένη μορφή, ανάμεσα στους απλούς αυτούς χωρικούς που καλά-καλά δεν είχαν καν ακούσει  τ’ όνομά του. Ήταν  τέτοια η διδασκαλία του, ώστε μπορούσε να γίνει κατανοητή, ακόμη και αιώνες μετά το θάνατό του, σε μια ξένη χώρα, σ’ ένα ξεχασμένο χωριό, σ’ ένα δωμάτιο στρωμένο με φτωχικά πλακάκια, με το μυαλό ενός απλού μεροκαματιάρη».

 

 

Δύσκολο να κατανοήσεις ένα αυστηρό δόγμα σ’ όλο του το βάθος αν δεν αφοσιωθείς σ’ αυτό μ’ όλη σου την ψυχή, αν δεν «απορροφηθείς» απ’ αυτό. Και γίνεται πιο δύσκολο όταν πρόκειται για ένα δόγμα απόλυτο, αυστηρά συγκροτημένο, με μια δική του, σιδερένια λογική, όπως το καλβινιστικό. Όπου τα πάντα είναι προκαθορισμένα από το Θεό, όπου η κυριαρχία του Θεού είναι πάνω και στην πιο παραμικρή λεπτομέρεια στο σύμπαν και στην ανθρώπινη ύπαρξη, όπου όλα προορίζονται αποκλειστικά για τη δόξα του Θεού, και μόνο έτσι βρίσκουν τη δικαίωσή τους. Κι ακόμη όπου ο άνθρωπος δέσμιος στις σκοτεινές δυνάμεις του κακού δεν επιθυμεί ούτε μπορεί να κάνει έστω κι ένα βήμα για τη σωτηρία του, έως ότου ο Θεός μέσα στη μυστηριώδη και ανεξιχνίαστη βουλή Του ελευθερώσει κάποιους που έχει ο Ίδιος προκαθορίσει –τους «εκλεκτούς»- για να τους χρησιμοποιήσει σα δικά Του όργανα για να ζήσουν, να δράσουν, να δημιουργήσουν αποκλειστικά και μόνο για τη δόξα Του.

Λίγο-πολύ, βέβαια, ολόκληρος ο χριστιανικός κόσμος θεμελιώνεται πάνω στα ίδια πρότυπα. Τη διαφορά στον καλβινισμό την κάνει ο απόλυτος τρόπος που διατυπώνει τα δόγματά του, κάτι που δεν αφήνει κανένα περιθώριο στη διαφορετική αντίληψη, και προπάντων η θεωρία του προορισμού, των «εκλεκτών» ή «εκλεγμένων» του Θεού που στην απόλυτη εκδοχή της, όπως τη διατύπωσε ο Καλβίνος κι οι επίγονοί του, αντίκειται εντελώς στην ανθρώπινη λογική και στο στοιχειώδες αίσθημα της ανθρώπινης δικαιοσύνης. Δεν πρόκειται εδώ να προχωρήσουμε παρακάτω κρίνοντας ή επικρίνοντας την άποψη αυτή. Δε σκοπεύουμε να μπούμε σε θεολογικές αναλύσεις. Θα περιοριστούμε μονάχα να τονίσουμε, ότι ο καλβινισμός σα θεολογική θέση και σαν κοσμοθεωρία, αλλά και σαν τρόπος ζωής με τις αυστηρές ηθικές και πνευματικές αρχές του, καθώς και με τη δυναμική του σαν ολοκληρωμένο σύστημα αξιών και δράσης μέσα σ’ όλους τους τομείς της ζωής, συνέβαλε καθοριστικά στο να διαμορφωθεί αυτό που ονομάζουμε σήμερα «δυτικός πολιτισμός». Κι ακόμη έδωσε μια ξεκάθαρη θεολογική διδασκαλία που με βάση αυτήν προχώρησε ο κύριος πυρήνας του προτεσταντικού κόσμου, και δε διαλύθηκε κάτω από την επίδραση των διαφόρων «ανέμων διδασκαλίας» που τον έχουν διαπεράσει μέσα στους αιώνες.

 

Είχε λοιπόν ο Κόιπερ, για να ξαναγυρίσουμε σ’ αυτόν, γερά θεμέλια για να προχωρήσει στην κατοπινή πνευματική, εκπαιδευτική και πολιτική δραστηριότητά του. Στα 1867 φεύγει από το Beesd, (το μικρό χωριό όπου είχε πρωτοδιοριστεί σαν ποιμένας), κι ύστερα από παραμονή τριών χρόνων στην Ουτρέχτη τον βρίσκουμε στο Άμστερνταμ στα τριάντα τρία του χρόνια, όπου ουσιαστικά ξεκινά την πενηντάχρονη δράση του σαν θεολόγος, δημοσιογράφος, εκπαιδευτικός, συγγραφέας και πολιτικός, έχοντας πια ολοκληρώσει το κοσμοθεωρητικό του οικοδόμημα. Πρόσφατα άλλωστε έχει ιδρύσει μαζί με άλλους που συμμερίζονται τις ιδέες του το «Αντι-Επαναστατικό Κόμμα» («Anti-Revolutionaire Partij» στα ολλανδικά),  τον πρώτο κομματικό σχηματισμό στη χώρα που βασίζεται πάνω σε μοντέρνες οργανωτικές αντιλήψεις, σε μια εποχή που κανένα άλλο κόμμα δεν διέθετε οργανωτικό μηχανισμό ή ένα σαφώς καθορισμένο πολιτικό πρόγραμμα.

Εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε δύο πράγματα σχετικά με τον τίτλο του κόμματος. Το πρώτο είναι ότι η λέξη «επαναστατικό» υπονοεί τη γαλλική επανάσταση και τις αρχές της. Και το δεύτερο ότι η πρόθεση «αντί» εδώ δε σημαίνει αντιπαλότητα ή εχθρότητα, αλλά κάτι που αντικαθιστά, που μπαίνει στη θέση κάποιου άλλου. Μ’ άλλα λόγια, έχουμε εδώ να κάνουμε μ’ ένα κόμμα που προτείνει κάτι που διαφέρει, μέσα στα πλαίσια πάντα της δημοκρατίας, από τις ιδέες και τις αρχές  του διαφωτισμού και της γαλλικής επανάστασης, γενικά παραδεκτές την εποχή εκείνη απ’ όλες τις δημοκρατικές πολιτικές παρατάξεις.

Η εφημερίδα «De Standaard» (λάβαρο, σημαία) που εκδίδει δύο χρόνια μετά την εγκατάστασή του στο Άμστερνταμ στα 1872, επίσημο όργανο του κόμματός του, και λίγο αργότερα το εβδομαδιαίο περιοδικό «De Heraut» («Ο Κήρυκας»), εκτός από τον καθαρά πολιτικό τους ρόλο θα αποτελέσουν για περισσότερο από σαράντα πέντε χρόνια σημαντικό παράγοντα της ευαγγελικής παρουσίας στη δημόσια ζωή της χώρας.  Θα μπορούσε κανένας να πει ότι τα σαράντα πέντε αυτά χρόνια στάθηκαν η πιο σοβαρή, η πιο υπεύθυνη και η πιο αξιοπρεπής εκπροσώπηση του χριστιανικού προτεσταντισμού σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, σ’ ολόκληρη ίσως την ιστορία της θρησκευτικής μεταρρύθμισης. Καμία σχέση –δυστυχώς- με κάποιες ανάλογες προσπάθειες, κυρίως στην εποχή μας…

Στα 1874 εκλέγεται μέλος  του ολλανδικού κοινοβουλίου, θέση που κρατάει τρία χρόνια στην πρώτη αυτή περίοδο της βουλευτικής του δραστηριότητας. Από εδώ και ύστερα, με μικρά μόνο διαλείμματα, η παρουσία του στην πολιτική ζωή της χώρας θα γίνει όλο και πιο έντονη. Συγχρόνως επεκτείνει τη δράση του και στον εκπαιδευτικό τομέα. Στα 1880 ιδρύει το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ, -με τον όρο «ελεύθερο» να σημαίνει την απεξάρτηση από τον έλεγχο του κράτους- με σκοπό να οικοδομήσει ολόκληρο το σύστημα της ανθρώπινης γνώσης σε κάθε τομέα της ζωής πάνω στις αρχές της Αγίας Γραφής, κάτι που σ’ ένα ποσοστό επηρεάζει ακόμη και σήμερα τη λειτουργία του ιδρύματος.

Έχοντας λοιπόν κτίσει γερές τις βάσεις για μια σημαντική παρουσία  στην πολιτική , εκπαιδευτική, θρησκευτική και κοινωνική ζωή της χώρας του, θα κυριαρχήσει με υπεράνθρωπη σχεδόν δραστηριότητα σ’ όλους αυτούς τους τομείς μέχρι το θάνατό του στα 1920, με εξαίρεση κάποιο διάστημα όπου οι ασταμάτητοι αγώνες του και η πολεμική των αντιπάλων του θα τον οδηγήσουν στην περιπέτεια μιας προσωρινής νευρικής κατάρρευσης.

Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια που ακούστηκαν στον πανεθνικό γιορτασμό των εβδομήντα χρόνων του στα 1907, που δείχνουν το μέγεθος και τη σημασία του ανθρώπου που άφησε «τα ίχνη των βημάτων του πάνω στην άμμο του χρόνου»: «Η ιστορία της Ολλανδίας στην εκκλησία, στο κράτος, στην κοινωνία, στον τύπο, στο σχολείο και στις επιστήμες στα τελευταία σαράντα χρόνια, δεν μπορεί να γραφτεί χωρίς ν’  αναφερθεί τ’ όνομά του σχεδόν σε κάθε σελίδα της, γιατί  κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου η βιογραφία του δόκτορα Κόιπερ είναι σε σημαντικό ποσοστό η ιστορία της ίδιας της Ολλανδίας». Κι έχει λεχθεί ακόμη πως κανένας τομέας της ανθρώπινης γνώσης δεν του ήταν άγνωστος. Ακόμη και οι ιδεολογικοί του πολέμιοι αναγκάστηκαν να ομολογήσουν πως είχαν να κάνουν με αντίπαλο που είχε «δέκα κεφάλια και εκατό χέρια»!

Στα 1898 επισκέπτεται τις Ηνωμένες Πολιτείες όπου αναγορεύεται διδάκτορας της νομικής σχολής του περίφημου πανεπιστημίου του Princeton, κι όπου στο θεολογικό σεμινάριο της ίδιας πόλης εκφωνεί τις ιστορικές έξι «Θεμελιακές Διαλέξεις» του («Stone Lectures») για τον καλβινισμό, εκθέτοντας τις απόψεις του για διαφόρους βασικούς τομείς όπως η θρησκεία, η πολιτική, η επιστήμη, η τέχνη, που επηρεάζουν καθοριστικά τις ιδέες και αντιλήψεις καθώς και τη γενικότερη πορεία στη μεγάλη χώρα.

Τρία χρόνια αργότερα, στα 1901, η βασίλισσα Βιλελμίνη της Ολλανδίας του αναθέτει το σχηματισμό κυβέρνησης. Στα τέσσερα χρόνια της πρωθυπουργίας του προσπαθεί, άλλοτε με επιτυχίες και άλλοτε με αποτυχίες, όπως είναι φυσικό, να εφαρμόσει όλα εκείνα που πίστευε και διακήρυττε μέχρι τότε. Είναι αυτονόητο ότι η πολυπραγμοσύνη του και τα ποικίλα ενδιαφέροντά του, καθώς και η απίστευτη εργατικότητά του και η σιδερένια του θέλησή, σε συνδυασμό με την ατράνταχτη πίστη του, αποτελούν σημαντικούς παράγοντες για την πραγματοποίηση του προγράμματός του. Προσπάθησε έτσι να εφαρμόσει τις χριστιανικές αρχές σε θέματα που αφορούσαν τους πολίτες, τις οικογένειες, τους εργοδότες και εργαζόμενους, το γάμο, την εκπαίδευση, τις εκκλησίες και την κυβέρνηση. Πίστευε πως σε μια δημοκρατική κοινωνία υπήρχε το κατάλληλο έδαφος για τους πιστούς να οργανωθούν αυτοί με βάση τις χριστιανικές αρχές σε μια κοινή προσπάθεια να διατηρηθούν και να προστατευθούν τα χριστιανικά θεμέλια της κοινωνίας, με σεβασμό όμως συγχρόνως και στο δικαίωμα των  μη χριστιανικών κομμάτων να προωθούν το δικό τους πρόγραμμα.

Μέσα στο πρόγραμμά του περιλαμβάνονταν κονδύλια για αναμόρφωση των σχολείων, για θέσπιση νόμων που θα περιόριζαν την καταστρεπτική διάδοση του αλκοόλ, για τη δημιουργία προγραμμάτων στέγασης και δημόσιας υγείας, για την ιατρική περίθαλψη και τη φροντίδα για τους ηλικιωμένους, καθώς και για την αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος. Ας μην παρασυρόμαστε από τη δική μας εποχή. Όλα αυτά δεν ήταν καθόλου αυτονόητα τότε.

Στα επόμενα χρόνια συνεχίζει ακούραστος το έργο του, ιδιαίτερα στο συγγραφικό τομέα αρχίζοντας ανάμεσα στ’ άλλα τη δημοσίευση στα 75 του χρόνια μιας σειράς από τριακόσια έξι άρθρα στο περιοδικό του, συνολικά σε έξι χρόνια, με θέμα το τέλος του κόσμου, μια εμπεριστατωμένη μελέτη βασισμένη σ’ ολόκληρη τη Βίβλο και κυρίως στην Αποκάλυψη του Ιωάννη. Κάποιο ολλανδικό καθολικό περιοδικό χαρακτηρίζει τη σειρά «μοναδική και χωρίς ανταγωνιστή σ’ ολόκληρη τη σχετική φιλολογία». Τέλος στα 82 του σχεδιάζει μια σημαντική δουλειά με τον τίτλο «Ο Μεσσίας», με θέμα το έργο και την προσωπικότητα του Χριστού. Δεν προλαβαίνει… Ένα χρόνο αργότερα, στις 8 Νοεμβρίου του 1920, έρχεται το τέλος. Δίπλα στο νεκρικό του κρεβάτι στέκεται ένας φίλος και συνεργάτης του, που τον ρωτά: «Να πω στον κόσμο ότι ο Θεός ήταν το καταφύγιο και η δύναμή σου μέχρι το τέλος;» Αν και ασθενικά η απάντηση έρχεται αμέσως ξεκάθαρη και κατηγορηματική: «Ναι, απόλυτα»…

 

*********************************************************************

 

Αυτός ήταν ο Αβραάμ Κόιπερ. Ένας σπουδαίος άνθρωπος του Θεού με δράση και επίδραση σε πολλά επίπεδα, άγνωστος σε μας εδώ, στον τόπο μας, που αγνοούμε  αρκετούς σημαντικούς ανθρώπους και μένουμε έξω από πολλά σημαντικά δρώμενα, πασίγνωστος στην πατρίδα του την Ολλανδία και σ’ άλλες χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία, η Νοτιοαφρικανική Ένωση. Το συγγραφικό του έργο, αμετάφραστο δυστυχώς από τα ολλανδικά στο μεγαλύτερο μέρος του, αριθμεί περισσότερα από διακόσια έργα, πολλά απ’ αυτά σε τρεις και τέσσερις τόμους το καθένα, και καλύπτει ένα ασυνήθιστο αριθμό από διάφορα θέματα.

Μέσα στο πλήθος των απασχολήσεων  του δεν ξεχνά τις ανθρώπινες σχέσεις του και την έμπρακτη αγάπη του για τους άλλους. «Ο δόκτωρ Κόιπερ», σημειώνει κάποιος από εκείνους που τον γνώρισαν προσωπικά, «γνώριζε αρκετά την ιερή τέχνη της αγάπης. Καμάρωνε χαρακτηρίζοντας τον εαυτό του άνθρωπο του λαού. Οι περισσότεροι τον θυμούνται με θαυμασμό και ευγνωμοσύνη, που όσο κι αν πιεζόταν από τις πολυποίκιλες υποχρεώσεις του ποτέ δεν αρνήθηκε να δεχτεί και ν’ ακούσει όλους εκείνους που έρχονταν να ζητήσουν τη συμβουλή του και τη βοήθειά του». Παράδειγμα και «κουδουνάκι»  για όλους εμάς που εργαζόμαστε πνευματικά και διατρέχουμε τον κίνδυνο να καταντήσουμε απομονωμένοι και απρόσιτοι…

 

Είπαμε πιο πριν για το τεράστιο συγγραφικό του έργο που καλύπτει εκατοντάδες τόμους και που το μεγαλύτερο μέρος του έχει μείνει αμετάφραστο από την ολλανδική γλώσσα όπου έχει γραφτεί. Είναι μεγάλο προνόμιο για έναν πνευματικό άνθρωπο να γράφει σε γλώσσα κατανοητή από τους περισσότερους στον κόσμο, και πολύ κακή μοίρα να είναι ακατάληπτος από τους πιο πολλούς.  Αν ο Κόιπερ είχε γράψει τα έργα του στην αγγλική γλώσσα που τη μιλά και την καταλαβαίνει όλος σχεδόν ο κόσμος, ίσως η πορεία της δύσης και κυρίως η διαμόρφωση και εξέλιξη της χριστιανικής σκέψης θα ήταν εντελώς διαφορετική σήμερα.  Το μαρτυρούν οι έξι διαλέξεις του που γράφτηκαν στα αγγλικά και η σημαντική επίδρασή τους στη χώρα που εκφωνήθηκαν, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αλλά κι έτσι ακόμη, κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει το πόσο επηρέασε και εξακολουθεί να επηρεάζει ακόμη και σήμερα τους πνευματικούς κύκλους της δύσης γενικότερα –αξίζει να το ξαναπούμε. Ο Michael Fogarty, βρετανός καθολικός ιστορικός του κινήματος της χριστιανικής δημοκρατίας, στο βιβλίο του «Η Χριστιανική Δημοκρατία στη Δυτική Ευρώπη από το 1820 μέχρι το 1953», έκδοση του 1957, σημειώνει πως «οι ολλανδοί διαμαρτυρόμενοι έχουν οικοδομήσει στον περασμένο αιώνα  [τον 19ο], ένα από τα πιο πετυχημένα και από πολλές πλευρές από τα πιο εποικοδομητικά κινήματα σ’ ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο στον πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό τομέα». Κι είναι ακόμη γνωστό πως οι ιδέες του Κόιπερ συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στη δημιουργία των σημερινών χριστιανοδημοκρατικών κομμάτων, άσχετα αν αυτά έχουν σήμερα αποκλίνει εντελώς σχεδόν από τις αρχές και τις βάσεις  απ’ όπου πρωτοξεκίνησαν.

Αξίζει τέλος ν’ αναφέρουμε τη λεγόμενη «νεοκαλβινιστική» σχολή σκέψης που ίδρυσε ο Κόιπερ, βασισμένη στον Καλβίνο με κάποιες παραλλαγές και προσαρμογές στη σύγχρονη εποχή, που επεκτείνεται σ’ όλους τους πνευματικούς, κοινωνικούς και πολιτιστικούς τομείς με πολυάριθμα ιδρύματα και κάθε μορφής εκδόσεις, κυρίως στις αγγλόφωνες χώρες. Σ’ αυτό το κλίμα -για να πούμε δυο μονάχα σημαντικά στοιχεία- , ανήκει και το έργο του περίφημου αμερικανού χριστιανού στοχαστή Φράνσις Σαίφερ, καθώς και το Ινστιτούτο Χριστιανικών Σπουδών στο Τορόντο του Καναδά για διαφόρους κλάδους της επιστήμης και της τέχνης από χριστιανική σκοπιά, γνωστό και στη χώρα μας από την επίσκεψη του επιφανέστερου ίσως εκπροσώπου του στον τομέα της αισθητικής και γενικότερα της τέχνης, του Calvin Seerveld, που είχε πάρει μέρος μάλιστα τέσσερις φορές και στη συνάντηση χριστιανών καλλιτεχνών στη Λεπτοκαρυά.

 

*********************************************************************

Ποια είναι όμως τα βασικά στοιχεία της σκέψης του Αβραάμ Κόιπερ; Ας προσπαθήσουμε νάμαστε όσο το δυνατόν πιο ξεκάθαροι και πιο περιεκτικοί για ένα τόσο μεγάλο κεφάλαιο, που εκτείνεται σ’ όλους τους τομείς τις σύγχρονης ζωής.

Σαν θεμέλιο για ολόκληρο το οικοδόμημα της σκέψης του τοποθετεί ο Κόιπερ την πεποίθηση πως ο καλβινισμός είναι το μόνο θρησκευτικό σύστημα που έχει ολοκληρωμένη πρόταση για την κοινωνία, τον πολιτισμό, την πολιτική, την τέχνη, την οικονομία. Ο Λούθηρος, διευκρινίζει, παρόλο που ξεκινά με σωστές βάσεις στηριγμένος πάνω στο Λόγο του Θεού διδάσκοντας την δικαίωση με την πίστη και τονίζοντας την ελευθερία της συνείδησης και την ατομική ευθύνη του κάθε πιστού απέναντι στο Θεό, παραχωρεί στη συνέχεια στον τοπικό άρχοντα το δικαίωμα να καθορίζει αυτός τα θέματα της θρησκευτικής πίστης στην επικράτειά του σαν αρχηγός της εκκλησίας κατά την κρίση  και τη συνείδηση του, με βάση τη γνωστή  αρχή «cujus regio, ejus religio» («σ’ όποιον ανήκει η επικράτεια, σ’ αυτόν ανήκει και η θρησκεία»). Ουσιαστικά λοιπόν, αν και απελευθερώνει τον πιστό από τα δεσμά της παπικής εκκλησίας, διατηρεί το απολυταρχικό μεσαιωνικό καθεστώς στη σχέση κράτους-εκκλησίας.

Εντελώς διαφορετική στο θέμα αυτό είναι η πορεία του Καλβίνου. Στη Γενεύη, βλέπετε, δεν υπάρχει κληρονομικός ηγεμόνας, η πόλη διοικείται από συμβούλιο αστών, και –το κυριότερο- η εκκλησία δεν υπάγεται  στο κράτος, ιεραρχία ουσιαστικά δεν υφίσταται, υπάρχει μόνο ο πάστορας (ποιμένας) και το πρεσβυτέριο που αποτελείται από λαϊκούς που εκλέγονται με δημοκρατικό τρόπο. Για το Λούθηρο η εκκλησία εξακολουθεί να είναι ο εκπρόσωπος του Θεού, ο αυθεντικός «διδάσκαλος» ανάμεσα στο Θεό και στους ανθρώπους, ενώ αντίθετα ο Καλβίνος είναι ο πρώτος που αναζητεί την εκκλησία όχι πια στην ιεραρχία με τις γνωστές πνευματικές εξουσίες, αλλά στους ίδιους τους πιστούς. Κι αυτή η εκκλησία, το σύνολο δηλ. των πιστών, η, πιο σωστά, ο κάθε πιστός, σ’ όποιο «πόστο» και αν βρίσκεται, στο εμπόριο, στην επιστήμη, στην πολιτική στην τέχνη, στην εκπαίδευση, στο νοικοκυριό, και φυσικά και στο καθαρά εκκλησιαστικό, πνευματικό έργο – ισότιμο κι όχι ανώτερο απ’ όλα τ’ άλλα- καλείται να επιτελεί το έργο του κατά τον καλύτερο τρόπο, ερευνώντας, ανοίγοντας δρόμους, δημιουργώντας «για την αύξηση της δόξας του Θεού», σύμφωνα με την έκφραση του Ιωάννη Καλβίνου. Για περισσότερες όμως λεπτομέρειες πάνω σ’ αυτό το θέμα θα παραπέμψω στο άρθρο μου «Η εν τω Κόσμω Παρουσία του Χριστιανού κατά τον Ιωάννη Καλβίνο» στο τεύχος Δεκεμβρίου 2009 του περιοδικού «Αστήρ της Ανατολής», αφιερωμένο αποκλειστικά στον μεγάλο μεταρρυθμιστή. Εδώ θα περιοριστώ μονάχα στο ν’ αναφέρω πόσο η διδασκαλία αυτή, βγαλμένη κατευθείαν από την Αγία Γραφή («Σεις είσθε το φως του κόσμου και το άλας της γης», «παν ό,τι πράττετε εκ ψυχής εργάζεσθε ως εις τον Κύριον και ουχί εις ανθρώπους» κλπ.), οδήγησε τους χριστιανούς καλβινιστές σε περασμένους αιώνες να μεγαλουργήσουν σε όλους τους τομείς της επιστήμης, του πνεύματος, της τέχνης, της πολιτικής και οικονομικής ζωής, και με νοοτροπία εντελώς διαφορετική από την κοσμική παγανιστική της γαλλικής επανάστασης. Ακόμη και ο καπιταλισμός στις χώρες της μεταρρύθμισης, που σ’ αυτό επιμένουν κάποιοι από τους δημοσιογράφους μας χωρίς ουσιαστικά να γνωρίζουν για τι πράγμα μιλούν, είχε –και εν μέρει έχει ακόμα- εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα από την εικόνα που μας δίνουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης στον τόπο μας. Καπιταλισμός υπήρχε και αρκετά χρόνια πριν από τη μεταρρύθμιση Η βασική όμως διαφορά ήταν πως ενώ  πιο πριν οι εκπρόσωποι του μεγάλου κεφαλαίου –κυρίως στην ιταλική αναγέννηση- τοποθετούσαν τα χρήματά τους σε μεγάλα έργα τέχνης ή τα σπαταλούσαν σε πολυτελείς επιδείξεις, ο Καλβίνος δίδαξε πως η συσσώρευση πλούτου έχει σαν αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθεί αυτός «για τη δόξα του Θεού», με ό,τι αυτό σημαίνει για έναν πιστό χριστιανό, ειλικρινή μελετητή της Βίβλου. Κι αυτό εξηγεί και την τεράστια ανάπτυξη της φιλανθρωπίας στις χώρες της μεταρρύθμισης με επικεφαλής τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και του δικτύου της κοινωνικής πρόνοιας στις περισσότερες απ’ αυτές -με εξαίρεση όμως τις Ηνωμένες Πολιτείες αυτή τη φορά, για λόγους που δεν είναι του παρόντος να αναλύσουμε. Κι ας μην ξεχνάμε –κι αυτό ας το έχουν υπόψη τους οι ερευνητές του είδους-  πως  και ο σοσιαλισμός αντιπροσωπεύτηκε σε κάποιες προτεσταντικές χώρες από ένα ισχυρό κίνημα που πήρε την ονομασία «χριστιανικός σοσιαλισμός».

Για τις υπόλοιπες τώρα θρησκείες και τα υπόλοιπα χριστιανικά δόγματα, είναι εύκολο να καταδείξουμε την απόλυτη «αναρμοδιότητά» τους σε οποιοδήποτε άλλο τομέα της ζωής εκτός από τον καθαρά θρησκευτικό. Για τις ανατολικές θρησκείες, ή για τις άλλες δύο μονοθεϊστικές, τον ιουδαϊσμό και το μουσουλμανισμό, δεν μπορεί να γίνει καν λόγος. Ανήκουν σε εντελώς άλλους, δικούς τους κόσμους, ιδιαίτερα μάλιστα ο μουσουλμανισμός, όπως όλοι ξέρουμε, αποτελεί το μεγάλο πρόβλημα της εποχής μας. Κι όσο για τις ποικίλες αποχρώσεις του προτεσταντισμού έξω από το καλβινιστικό ρεύμα, συμπεριλαμβανομένου και του πεντηκοστιανικού  και χαρισματικού κινήματος, αυτές ούτε καν επιχειρούν ν’ ασχοληθούν με θέματα έξω από τα καθαρά «πνευματικά» -«spiritual»- με σημαντικά μεν αποτελέσματα, αλλά μονάχα σ’ αυτόν τον τομέα. Κι όσες φορές προσπάθησαν, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, εντελώς επιπόλαια και χωρίς στέρεα φιλοσοφία ν’ αναμιχθούν σε θέματα ξένα προς το χαρακτήρα τους όπως έγινε στην εποχή του Μπους, τα θαλάσσωσαν κυριολεκτικά. (Μεταλληνός)

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον τέλος να μεταφέρουμε τα όσα παραθέτει σχηματικά ο Richard Mouwαναλύοντας τις απόψεις του Κόιπερ στο βιβλίο του «Abraham Kuyper– A short and Personal Introduction» – («Αβραάμ Κόιπερ -Μια Σύντομη και Προσωπική Εισαγωγή») σε πρόσφατη έκδοση του 2011, για να καταλάβουμε και το πώς λειτουργούν σε σχέση με το θέμα μας και τα δύο μεγάλα χριστιανικά δόγματα, ο καθολικισμός και η ορθοδοξία. Στο πρώτο σχήμα απεικονίζεται ο τρόπος που αντιλαμβάνεται η καθολική εκκλησία στο μεσαίωνα την κυριαρχία του Θεού πάνω σ’ όλους τους τομείς της ζωής: στο κράτος, στην τέχνη, στην οικονομία, στην οικογένεια, στην επιστήμη. Παρατηρούμε ότι ανάμεσα στο Θεό και σ’ όλες αυτές τις σφαίρες – ο όρος «σφαίρες» καθιερώθηκε από τον ίδιο τον Κόιπερ- παρεμβάλλεται η εκκλησία σαν μόνος εκφραστής του θελήματος του Θεού και εκπρόσωπός Του στον παρόντα κόσμο. Τι μας θυμίζει αυτό; Ασφαλώς το καθεστώς που επικρατούσε και εδώ στην περιοχή μας στη βυζαντινή εποχή, και σ’ ένα μεγάλο ποσοστό ακόμη και σήμερα στη χώρα μας, καθώς και σ’ αρκετές από τις χώρες που έχουν ασπασθεί την ορθοδοξία. Ρωτήστε εντελώς τυχαία κάποιον άνθρωπο έξω στο δρόμο, και στις ενενήντα από τις εκατό περιπτώσεις θα  ταυτίσει το Θεό και τη χριστιανική πίστη με τους «παπάδες». Το ίδιο άλλωστε επαναλαμβάνουν και οι ίδιοι οι ιεράρχες σε κάθε ευκαιρία: «Η εκκλησία διδάσκει, η εκκλησία οδηγεί, η εκκλησία σώζει…»Ποτέ σχεδόν, ή έστω πολύ σπάνια θ’ ακούσουμε πως η Αγία Γραφή διδάσκει, ο Λόγος του Θεού οδηγεί, ο Χριστός σώζει… Κι έτσι ολόκληρος ο πλούτος και το περιεχόμενο της Αγίας Γραφής αντικαταστάθηκαν με μια μονάχα λέξη-σύνθημα: την εκκλησία, σε σύνδεση μάλιστα τις περισσότερες φορές με το έθνος. Χωρίς ανάλυση, χωρίς καθοδήγηση, χωρίς διδαχή. Με αποτέλεσμα να είναι άγνωστες τις πιο πολλές φορές οι στοιχειώδεις αρχές όχι μονάχα της πνευματικής σωτηρίας, μα και της ηθικής και της τιμιότητας και της χρηστής συμπεριφοράς, της σοβαρής και υπεύθυνης παρουσίας του πολίτη και του πολιτικού. Κι αν κάποτε εμφανίζονται κάποιες εστίες φωτός όπως έγινε με την κίνηση των χριστιανών επιστημόνων του καθηγητή  Αλέξανδρου Τσιριντάνη και με το περιοδικό «Ακτίνες», αυτές στιγματίζονται και απομονώνονται σαν «προτεσταντίζουσες».   Κι αυτός είναι ο κυριότερος από τους λόγους που φτάσαμε εκεί που φτάσαμε σήμερα…

Στο δεύτερο σχήμα έχουμε την εικόνα της κοινωνίας σύμφωνα με την κοσμική αντίληψη, που εκφράζεται κυρίως από την αθεϊστική γαλλική επανάσταση και τα ρεύματα που προήλθαν απ’ αυτήν. Εδώ ο Θεός έχει να κάνει μονάχα με την εκκλησία. Οι υπόλοιπες «σφαίρες» κινούνται έξω από τον έλεγχο του Θεού, αυτόνομα και χωρίς σταθερούς κανόνες. Εύκολα εξηγούνται έτσι όλα τα θλιβερά φαινόμενα και γεγονότα που ακολούθησαν στους δύο επόμενους αιώνες, καθώς και το κατάντημα της ανθρωπότητας που βιώνουμε σήμερα. Κι ακόμη εύκολα αντιλαμβανόμαστε πως για τη δική μας τη χώρα ισχύουν και το πρώτο, και το δεύτερο σχήμα. Και η σχέση του λαού μας με το Θεό «μπλοκάρεται» τις πιο πολλές φορές, όπως είπαμε, από τον ογκόλιθο της εκκλησίας που, δυστυχώς, πολύ συχνά «περί άλλα τυρβάζει» και για άλλα ενδιαφέρεται (σχήμα 1ο) με αποτέλεσμα ο λαός μας να μην έχει διδαχτεί σχεδόν τίποτε από τις αλήθειες του Λόγου του Θεού, και ν’ ανταποκρίνεται έτσι πλήρως και στο 2ο σχήμα. Συνδυασμός ιδεώδης για ν’ αναπτυχθεί η διαφθορά σ’ όλους τους τομείς όπου είμαστε παγκόσμιοι πρωταθλητές, καθώς και όλα τα παράπλευρα και παράγωγα φαινόμενα…

Στο τρίτο τέλος σχήμα βλέπουμε το πώς προτείνει ο Κόιπερ με βάση πάντα τις καλβινιστικές αντιλήψεις τη λειτουργία της ανθρώπινης κοινωνίας. Καταρχήν, τονίζει, η κυριαρχία του Θεού, και όχι της εκκλησίας, απλώνεται σ’ όλες τις σφαίρες, σ’ όλους τους τομείς της ζωής. Κάθε μια απ’ αυτές τις σφαίρες είναι εντελώς αυτόνομη και ανεξάρτητη. Ούτε το κράτος, για παράδειγμα, ούτε η εκκλησία έχουν κανένα δικαίωμα να επεμβαίνουν στην εκπαίδευση ή στην τέχνη ή στην οικογένεια. Σε κάθε μια απ’ αυτές τις αυτόνομες σφαίρες, υποστηρίζει ο Κόιπερ, οι χριστιανοί πρέπει να σχηματίζουν οργανωμένες ομάδες για να δίνουν συγκεκριμένη μορφή στη διακήρυξή τους για την απόλυτη κυριαρχία του Θεού: σύνδεσμο καλλιτεχνών, πολιτικά κόμματα, αγροτικούς συνεταιρισμούς, εργατικές συνομοσπονδίες. (Φυσικά, κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει μόνο σε πολυάριθμες χριστιανικές καλβινιστικές κοινωνίες. Επομένως για μας εδώ, μόνο θεωρητική αξία μπορεί να έχει). Αυτή τη γραμμή ακολούθησε και η ίδρυση και λειτουργία του «Ελεύθερου Πανεπιστημίου» του Άμστερνταμ που ίδρυσε ο Κόιπερ. Γι’ αυτό και όρισε να διοικείται και να ελέγχεται από χριστιανικό σωματείο εντελώς ανεξάρτητο και από την εκκλησία, και από το κράτος.

 

Πώς όμως όλα αυτά θα πραγματοποιηθούν στην πράξη; Η ύπαρξη μέσα σε καθεμιά από τις αυτόνομες σφαίρες π.χ. ενός σωματείου, ή μιας επιτροπής, ή ενός συνεταιρισμού, ή όποιου άλλου παρόμοιου σχηματισμού που ν’ αποτελείται από «καθαρόαιμους» χριστιανούς καλβινιστές δε θα οδηγήσει μοιραία στο να καταντήσει αυτός μια κλειστή κάστα με τον κίνδυνο να περιθωριοποιηθεί, ή, αντίθετα, να τείνει σε ρατσιστικές συμπεριφορές; –και ξέρουμε πολύ καλά, πόσο η αίσθηση κάποιων χριστιανών ότι αυτοί αποτελούν τη μερίδα των «εκλεκτών», μπορεί να οδηγήσει σε αποκλίσεις τέτοιας μορφής. Πόσες και πόσες φορές ο αυστηρός και απόλυτος χωρισμός σε «αναγεννημένους» -το απόλυτο φως- και «μη αναγεννημένους» -το απόλυτο σκοτάδι- δεν έχει προκαλέσει στρεβλώσεις και δεν έχει οδηγήσει σε άδικες και λαθεμένες εκτιμήσεις και αποφάσεις σε εκκλησιαστικά περιβάλλοντα, και ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους των εκκλησιών μας…

Κι είναι και ένα άλλο ερώτημα όπου οφείλουμε να απαντήσουμε. Ναι, η ανθρώπινη καρδιά είναι τελείως διεφθαρμένη, ο «φυσικός» άνθρωπος είναι ανίκανος να πράξει από μόνος του το καλό, και μόνο η αναγεννητική δύναμη του Σταυρού μπορεί να τον αλλάξει. Τότε όμως πώς να εξηγήσουμε τις υπέροχες πράξεις ανθρωπισμού πολλές φορές από μέρους μη αναγεννημένων, την τιμιότητα, τη γλυκύτητα και την ευγένεια κάποιων άλλων; ποιος χάρισε στους ανθρώπους την έμπνευση, την ικανότητα και τη σοφία να προχωρήσουν στην επιστήμη, στην τεχνολογία, στην τέχνη, στα θαυμαστά επιτεύγματα του πνεύματος; Ο φανατικός, ο απόλυτος, ο φονταμεταλιστής, αν θέλετε, αυτός που πιστεύει μονάχα στην λογική του «άσπρου» και του «μαύρου», κλείνει τα μάτια στην πραγματικότητα. Όχι, αυτά όλα είναι ένα τίποτε, δεν έχουν καμιά αξία, «η δικαιοσύνη ημών είναι ως ρυπαρόν ιμάτιον» και «εν τω ανθρώπω δεν κατοικεί αγαθόν» -εδάφια που χρησιμοποιούνται με διαστρεβλωμένη έννοια- και επομένως ας απορρίψουμε σαν διεφθαρμένο και βλαβερό οτιδήποτε προέρχεται από ανθρώπους που δεν πιστεύουν ή που ψάχνουν και δεν έχουν βρει ακόμη το δόμο τους.

Πόσο επιφανειακή, χωρίς βάθος και χωρίς ουσιαστική γνώση είναι αυτή η άποψη… Μελετώντας εθνικούς συγγραφείς, τονίζει ο Καλβίνος, το «θαυμαστό φως της αλήθειας» που  υπάρχει στα έργα τους μας θυμίζει, ότι «ο ανθρώπινος νους όσο κι αν ξέπεσε και διαστρεβλώθηκε από την αρχική του ακεραιότητα, είναι ακόμη στολισμένος και προικισμένος με θαυμαστά δώρα από το Δημιουργό του. Εάν πιστεύουμε ότι το Πνεύμα του Θεού είναι η μοναδική πηγή αλήθειας, δεν θα απορρίψουμε ούτε θα περιφρονήσουμε την ίδια την αλήθεια, όπου κι αν εμφανισθεί, εκτός αν θέλουμε να προσβάλουμε το Πνεύμα του Θεού». Είναι αγνωμοσύνη απέναντι στο Θεό, συνεχίζει παρακάτω, να μην αναγνωρίζουμε ούτε καν εκείνο που ομολόγησαν οι ειδωλολάτρες αρχαίοι συγγραφείς που με το λίγο πνευματικό φως τους αναγνώρισαν ότι  η φιλοσοφία, η νομοθεσία, οι τέχνες είναι εφευρέσεις που προέρχονται από τους θεούς που λάτρευαν. «Ας μάθουμε λοιπόν από τέτοια παραδείγματα», καταλήγει, «πόσες καλές ιδιότητες έχει αφήσει ο Κύριος στην ανθρώπινη φύση, παρόλο που αυτή απογυμνώθηκε από εκείνο που είναι αληθινά αγαθό». ( Ι.Καλβίνου: «Θεσμοί Χριστιανικής Θρησκείας», μετάφραση Αντώνη Κουλούρη, Τόμος Β’, σελ. 54-59).

Φτάνει μάλιστα ο Καλβίνος να υποστηρίζει, στηριζόμενος σε διάφορα μέρη κυρίως της Παλιάς Διαθήκης όπου εκτίθεται πλήρης η «ανατομία» ενός ολόκληρου λαού σ’ όλες τις πλευρές της καθημερινής ζωής, ότι όπως ο Θεός διάλεξε το λαό Ισραήλ για ν’ αποκαλύψει πρώτα σ’ αυτούς ολόκληρο τον πνευματικό του πλούτο με το σχέδιο της σωτηρίας του ανθρώπου, κατά τον ίδιο τρόπο διάλεξε άλλους λαούς για να τους καθοδηγήσει σε άλλους τομείς, όπως π.χ. τους αρχαίους έλληνες για να τους εμπνεύσει και να τους διδάξει, πρώτους αυτούς, τους κανόνες της τέχνης, το μέτρο, την αρμονία, την ομορφιά, τη φιλοσοφία της τέχνης, για να τα μεταδώσουν αυτοί στη συνέχεια σε ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Είναι λοιπόν ανίκανος ο άνθρωπος από μόνος του να αποκτήσει αγαθή φύση, κάτι που γίνεται μονάχα με τη θεία επέμβαση, τη θεία χάρη που αναγεννά τον αμαρτωλό άνθρωπο, ωστόσο «ο Κύριος ανατέλλει τον ήλιο Του επί δίκαιους και αδίκους», που σημαίνει ότι η αγαθότητά Του και η φροντίδα Του εκτείνεται σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα με ό,τι όμορφο, ό,τι ευχάριστο, ό,τι άξιο για ν’ ασχοληθεί κανείς μαζί του, που όλα αυτά αποτελούν δώρα της «ειδικής χάρης» του Θεού («peculiar grace» στ’ αγγλικά), σύμφωνα με τον όρο του Καλβίνου, που μεταμορφώνεται σε «common grace» -«διάχυτη», ας πούμε, χάρη, στον Κόιπερ.

Εύκολα μπορεί κανείς να καταλάβει πόσο οι φωτεινές αυτές αντιλήψεις απέχουν «παρασάγγας» από τις αστήρικτες θεωρίες που αναπτύχτηκαν αργότερα από κάποιους σκοταδιστές θρησκευόμενους, για τους οποίους ακόμη και η μουσική αποτελεί σατανικό κατασκεύασμα, καθώς προέρχεται από κάποιον Ιουβάλ, μακρινό απόγονο του Κάιν, που αναφέρεται στο βιβλίο της Γένεσης.

Μέσα λοιπόν σ’ αυτό το κλίμα αντιλήψεων του Καλβίνου, των καλβινιστών, και ιδιαίτερα των νεοκαλβινιστών του Αβραάμ Κόιπερ, αποκτούν αυτοί το δικαίωμα –και την υποχρέωση- ν’ αγωνίζονται,  από όποια θέση κι αν βρίσκονται, για να επηρεάσουν τον πολιτισμό με την ευρεία έννοια, την κουλτούρα, στον κόσμο όπου ζουν κι εργάζονται. Κι αυτό γίνεται μέσα σε αληθινά δημοκρατική ατμόσφαιρα, με σεβασμό στην προσωπικότητα του κάθε ανθρώπου, γιατί ο κάθε άνθρωπος είναι πλασμένος κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού, με αξία και αξιοπρέπεια, και προικισμένος με αρετές και χαρίσματα από το Δημιουργό του.  «Η διδασκαλία της διάχυτης χάρης», καταλήγει ο Peter Heslam στο βιβλίο του «Creating a Christian Worldview» («Δημιουργώντας μια Χριστιανική Κοσμοθέαση» –Έκδοση Eerdmans 1998), «που βρισκόταν σε στενή σχέση με την πίστη στον παγκόσμιο σκοπό της δημιουργίας, της πτώσης και της λύτρωσης, χάρισε στον Κόιπερ τη μόνη ουσιαστική λύση στο πρόβλημα του χριστιανισμού και της κουλτούρας και του προμήθευσε το κίνητρο και τη δικαίωση για μια ενεργό χριστιανική συμμετοχή στην προσπάθεια για ανανέωση του πολιτισμού.[…] Ενεργώντας με αυτόν τον τρόπο, πρόσφερε μια λύση που ήταν ιδιαίτερα πλατιά στους σκοπούς της, διακριτική (distinctive) στην έμφασή της, μακρόχρονη στην επίδρασή της και πετυχημένη στις πρακτικές τις συνέπειες, έτσι ώστε ν’ αξίζει τη συνεχή μελέτη μας και το στοχασμό μας».

 

Αγαπητοί μου αδελφοί, αγαπητοί μου φίλοι,

 

Είναι «κοινός τόπος», για ολόκληρο τον κόσμο εδώ και πολλά χρόνια η τεράστια συμβολή της θρησκευτικής μεταρρύθμισης και κυρίως του καλβινιστικού κλάδου της στη διαμόρφωση του δυτικού πολιτισμού, κάτι που άρχισε να γίνεται γνωστό και παραδεκτό μόλις στα τελευταία χρόνια στον τόπο μας, κυρίως μέσα από κάποιες δημοσιογραφικές αναφορές. Δυστυχώς, κατά περίεργο τρόπο η χώρα μας είναι συνήθως αποκλεισμένη από τον υπόλοιπο κόσμο από ένα φράγμα, ένα «εμπάργκο» που εμποδίζει τη σωστή ενημέρωση με ευθύνη κυρίως των δημοσιογράφων, αλλά και αρκετών πνευματικών ή «πνευματικών» ανθρώπων. Αλλά και με ευθύνη και ημών, των λίγων έστω ευαγγελικών που περιορίσαμε την απολογητική μας σε κάποιες δογματικές θέσεις και σε αρκετές θεολογικές αντιπαραθέσεις. Με αποτέλεσμα, εντελώς ευκαιριακά και αποσπασματικά –ό,τι αρπάξει τ’ αυτί μας στην τηλεόραση ή στο ραδιόφωνο ή ό,τι φευγαλέα μας σερβίρουν οι δημοσιογράφοι στα έντυπα μέσα ενημέρωσης –να παίρνουμε μια αμυδρή εικόνα της πραγματικότητας. Και το χειρότερο είναι, ότι η ανάμιξη στη δημόσια ζωή κάποιων ευαγγελικών και πιο παλιά, αλλά και στα τελευταία χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες, αμαύρωσε και δυσφήμησε, και σ’ ένα βαθμό και γελοιοποίησε στα μάτια του κόσμου το προτεσταντικό κίνημα με τις εμμονές τους σε σκοτεινούς θεσμούς όπως η δουλεία και οι φυλετικές διακρίσεις πιο παλιά, ή η υποστήριξη των πολέμων και της θανατικής ποινής στις μέρες μας, και γενικότερα η προβολή μιας επιπόλαιας, επιδερμικής δήθεν χριστιανικής ηθικής χωρίς βάθος, και προπάντων χωρίς αγάπη που αποτελεί την πεμπτουσία της διδασκαλίας του Χριστού.

Θέλω πάνω σ’ αυτό να ξανατονίσω ότι η ευαγγελική (προτεσταντική) εκκλησία δεν αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο, όπως συμβαίνει με τις άλλες δύο μονολιθικές εκκλησίες, την καθολική και την ορθόδοξη. Εδώ πιο σωστά μιλάμε μάλλον για προτεσταντικό «κόσμο» παρά για προτεσταντική εκκλησία. Κι αυτό σημαίνει πως ό,τι πράξεις κι ενέργειες γίνονται από μέρους κάποιων ευαγγελικών, η όποιες αντιλήψεις υπάρχουν  μέσα στα μυαλά τους σ’ ένα μέρος του πλανήτη, κατά κανένα τρόπο δεν αντανακλούν στον υπόλοιπο προτεσταντικό κόσμο

Απόψε κάναμε μια προσπάθεια με όση δυνατή πληρότητα μας παρέχουν τα περιορισμένα χρονικά μας όρια, να περιγράψουμε τα πλαίσια μέσα στα οποία κινήθηκε σε πρόσφατα σχετικά χρόνια ο πιο σοβαρός, ο πιο συγκροτημένος, ο μόνος ίσως θρησκευτικός κλάδος με ολοκληρωμένη θρησκευτική κοσμοθεωρία  και πρόταση για το σύνολο της ζωής, που έχει επηρεάσει  καθοριστικά και ευεργετικά, τις πιο πολλές φορές, την πορεία του δυτικού κόσμου. Σήμερα η χριστιανική πίστη και οι χριστιανικές αξίες, στην ευρωπαϊκή ήπειρο περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, γνωρίζουν μια πτώση χωρίς προηγούμενο, κι αυτό έχει σαν αποτέλεσμα το κατάντημα σε όλους τους τομείς που βιώνουμε σήμερα. Ωστόσο δεν έχετε παρά να συγκρίνετε ακόμη και στις μέρες μας την κατάσταση που επικρατεί σε οποιαδήποτε «σφαίρα» -για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Κόιπερ- στην πολιτική, στην εκπαίδευση, στον πολιτισμό, στην οικονομία, στην ουσιαστική δημοκρατία και προπάντων στη «σφαίρα» -για να την ονομάσουμε κι αυτήν έτσι- της διαφθοράς, για να διαπιστώσετε την αβυσσαλέα διαφορά ανάμεσα τους, στις χώρες που ακολούθησαν τη θρησκευτική μεταρρύθμιση, αυτές που ονομάζουμε «χώρες του βορρά», και στις χώρες του νότου –ή και της ανατολής- που αγνόησαν εντελώς τις αρχές του ευαγγελίου.

Βλέπετε, όσες «φιλότιμες» προσπάθειες κι αν γίνουν για το ξερίζωμά τους, μερικά υπολείμματα από κάποιες παλιές αξίες εξακολουθούν κι είναι παρόντα στο DNAκάποιων λαών, για να μεταχειριστούμε την έκφραση της εποχής. Η φιλοσοφία, όπως γνωρίζουμε όλοι, είναι ένας κλάδος ακατάληπτος από τους πολλούς, ωστόσο ο απλός άνθρωπος, αυτός που δουλεύει σαν εργάτης σ’ ένα εργοστάσιο ή σ’ ένα γιαπί, έχει επηρεαστεί από τον καταστρεπτικό υπαρξισμό του Jean Paul Sartr,  για παράδειγμα, πολύ περισσότερο απ’ όσο μπορούμε να  φανταστούμε, κι ας μη γνωρίζει ίσως αυτός ούτε καν το όνομα του Sartr. Και το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με όποια ιδεολογία επικρατεί σήμερα ή επικράτησε κάποτε, και προπάντων με την αναγεννητική δύναμη του ευαγγελίου που μπορεί να μεταβάλει και να διαποτίσει ολόκληρη την ανθρώπινη ύπαρξη.

Απόψε προσπαθήσαμε ν’ ανασύρουμε από τη λήθη κι από την άγνοια την προσωπικότητα και τη διαδρομή κάποιου ανθρώπου του Θεού, που θα μπορούσε πολλά να διδάξει ολόκληρη την ανθρωπότητα, ιδιαίτερα στις δραματικές εξελίξεις που ζούμε σήμερα. Χωρίς αμφιβολία το οικοδόμημα της σκέψης του Αβραάμ Κόιπερ περιέχει αρκετά στοιχεία ουτοπίας και αφήνει αρκετά κενά. Κι ακόμη, όπως είναι φυσικό, θάπρεπε να είχε υποστεί αρκετές αναθεωρήσεις, διορθώσεις και προσαρμογές για ν’ αποτελέσει μια πειστική πρόταση για την σημερινή εποχή. Άνοιξε όμως κάποιους δρόμους που αν τους είχαν ακολουθήσει κι άλλοι μετά απ’ αυτόν και τους είχαν επεξεργαστεί παραπέρα, και που θα είχαν το θάρρος, το δυναμισμό και τα προσόντα να αναμιχθούν στα κοινά,  ίσως ο κόσμος μας να ήταν σήμερα πολύ καλύτερος, κι ίσως η ανθρωπότητα να είχε αποφύγει αρκετά από τα δεινά που ακολούθησαν στις επόμενες δεκαετίες. Κι όσο για μας εδώ, μακάρι η αποψινή ομιλία ν’ αποτελέσει για αρκετούς την απαρχή για παραπέρα έρευνα, για παραπέρα στοχασμό, για αλλαγή νοοτροπίας.

 162 total views,  1 views today

Print Friendly, PDF & Email

Ευαγγελική Εκκλησία της Ελλάδος