Του Πολύκαρπου Γ. Λογγινίδη

 

«Ο προσερχόμενος εις τον Θεόν, πρέπει να πιστεύη ότι είναι (υπάρχει) και γίνεται μισθαποδότης εις τους εκζητούντας αυτόν». (Προς Εβραίους ια’:6)

Η ύπαρξη του Θεού, πολλές φορές αμφισβητήθηκε, και σε παλαιότερες εποχές και στις ημέρες μας, μάλιστα με την εμφάνιση αθεϊστικών κοινωνικοπολιτικών και φιλοσοφικών συστημάτων. Γι’ αυτό και είναι επίκαιρο να ασχοληθούμε με το ζήτημα αυτό.

Στον 14ο και 53ο Ψαλμό διαβάζουμε ότι «ο άφρων είπεν εν τη καρδία αυτού, δεν υπάρχει Θεός». Και μας παρέχεται σύγχρονα και ο λόγος, για τον οποίο  ο άφρονας κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα: η αύξηση της κακίας πάνω στη γη, την οποία ο Θεός δεν φρόντισε να αναχαιτίσει. Από αυτό, συμπέρανε ο άφρονας ότι ο Θεός δεν αναμιγνύεται και δεν ενδιαφέρεται για τα ανθρώπινα πράγματα, αλλά αφήνει τους ανθρώπους ελεύθερους να πράττουν σύμφωνα με τις ορέξεις τους. Η άποψη αυτή θεωρητικά μεν δεν αρνείται την ύπαρξη του Θεού, αλλά αρνείται την ύπαρξη του Θεού που δρα και κυβερνά τον κόσμο. Και επομένως από πρακτική άποψη, για τον άνθρωπο δεν υπάρχει Θεός.

Στην εποχή της ακμής της αρχαίας Ελληνικής διανοήσεως, διάφορες φιλοσοφικές σχολές, που στηρίζονται σε υλιστικές αρχές, άρχισαν να απορρίπτουν κάθε γενικά παραδεκτή αρχή και να αμφισβητούν τα πάντα (Δημόκριτος-Σκεπτικιστές-Σοφιστές). Τις αντιφατικές δοξασίες των σχολών αυτών, πολέμησε ο Σωκράτης, αλλά οι οπαδοί τους δεν έπαυσαν να διαδίδουν τις ιδέες τους. Η Ρωμαϊκή διανόηση ακολούθησε τους Ελληνες δασκάλους της, καταλήγοντας σε παρόμοιες αρνήσεις και αντιφάσεις.

Ο Χριστιανισμός προσπάθησε εναντίον κάθε υλιστικής και αγνωστικής θεωρίας, αλλά ο άνθρωπος δεν κατέθεσε τα όπλα του. Στον 18ο αιώνα διαδόθηκε ο Θεϊσμός, που δίδασκε ότι ο Θεός υπάρχει μεν, αλλά είναι ένας απαθής θεατής των πραγμάτων που συμβαίνουν μεταξύ των ανθρώπων. Δεν επεμβαίνει καθόλου στα ανθρώπινα πράγματα. Εναντίον αυτής της δοξασίας έγραψε ο Butler το γνωστό του έργο «Αναλογία της Θρησκείας». Από τότε διάφορες σχολές προσπάθησαν να μεταδώσουν την ιδέα ότι ο κόσμος κυβερνάται χωρίς κυβερνήτη.

Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα υπήρξαν ακόμα και κράτη, που όχι σαν φιλοσοφική σχολή με τα επιχειρήματα της πειθούς, αλλά δια της βίας, θέλησαν να επιβάλλουν την ιδέα στους λαούς τους ότι Θεός δεν υπάρχει  και ότι το αίσθημα της θρησκείας πρέπει να εξαλειφθεί και να ξεριζωθεί  από τις συνειδήσεις των ανθρώπων.

 

Ι. Για τον Χριστιανό τον πραγματικό και γνήσιο δεν υπάρχει τέτοιο ζήτημα. Το παραπάνω εδάφιο λέγει:« Ο προσερχόμενος εις τον Θεόν πρέπει να πιστεύει ότι είναι (δηλ. Υπάρχει)». Ο Χριστιανός προσέρχεται και εκζητά τον Θεό, δηλαδή πιστεύει ότι υπάρχει και γι’ αυτό προσέρχεται. Αλλά εκείνοι που δεν προσέρχονται στον Θεό και δεν Τον εκζητούν; Αυτοί αρνούνται την ύπαρξη του Θεού και συνεπώς δεν τον εκζητούν.

Μάλιστα με τις διδασκαλίες τους προσπαθούν να ξεριζώσουν από την καρδιά και την συνείδηση των ανθρώπων  την ιδέα περί υπάρξεως του Θεού.

 

ΙΙ. Πώς μπορούμε να αντικρούσουμε την προσπάθεια αυτή;

Πώς αλλιώς εκτός από το να παρουσιάσουμε τις αποδείξεις, που έχουμε για την ύπαρξη του Θεού; Αυτές οι αποδείξεις διαμέσου των αιώνων  αποκρυσταλλώθηκαν σε τέσσερις κυρίως, τις εξής: Η κοσμολογική, σύμφωνα με την οποία οι αλλοιώσεις και οι μεταβολές, που βλέπουμε στον υλικό κόσμο, προϋποθέτουν αναγκαστικά έναν αμετάβλητο Δημιουργό και Συντηρητή του Σύμπαντος. Η τελεολογική, σύμφωνα με την οποία ο σκοπός και η προσαρμογή των ορατών πραγμάτων (όπως π.χ. η προσαρμογή του ματιού στο φως) προϋποθέτει μία λογική Υπαρξη ένα λογικό Ον, πάνω από όλα. Η οντολογική, σύμφωνα με την οποία ο νους είναι το αναγκαίο προηγούμενο κάθε πράγματος που υπάρχει στον κόσμο. Η ηθική, σύμφωνα με την οποία ο ηθικός σκοπός κι η ηθική αρχή προϋποθέτουν ένα ηθικό Ον που στέκεται πάνω από όλα.

Για τις φιλοσοφικές όμως αυτές αποδείξεις, δεν θα ασχοληθούμε εδώ, αλλά θα προσπαθήσουμε με κάποιους πρακτικούς συλλογισμούς να αποδείξουμε ότι ο Θεός υπάρχει.

α) Ο Θεός υπάρχει, γιατί υπάρχει ο άνθρωπος. Ολοι γνωρίζουμε ότι για να υπάρχουμε εμείς, υπήρξαν πριν από εμάς οι γονείς μας. Αν αναδρομικά φτάσουμε στον πρώτο άνθρωπο, είμαστε υποχρεωμένοι να παραδεχθούμε ότι ο πρώτος άνθρωπος δεν δημιούργησε τον εαυτό του, γιατί, επειδή είναι φθαρτός, δεν θα μπορούσε να είναι η παραγωγική αιτία του εαυτού του. Επομένως άλλο Ον υπήρξε η παραγωγική αιτία του και η αιτία αυτή είναι ο Θεός. Οτι λέμε σχετικά με τον άνθρωπο, εφαρμόζεται και σε ολόκληρο το υλικό σύμπαν. Μέσα στο Σύμπαν αυτό βλέπουμε σκοπό, αρμονία και προσαρμογή, αρχές τις οποίες μόνο ένας νους αυθύπαρκτος ανεξάρτητος και ηθικός μπορεί να παραγάγει.

β’) Ο Θεός υπάρχει σαν προσωπική ύπαρξη, γιατί ο άνθρωπος είναι ον προσωπικό. Είδαμε παραπάνω ότι μία αρχική και αυθύπαρκτη αιτία παρήγαγε τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο όμως τον γνωρίζουμε σαν προσωπική ύπαρξη, δηλαδή ύπαρξη που έχει συνείδηση του εαυτού της και που αποχωρίζει τον εαυτό της από όλα τα υπόλοιπα όντα. Κάνουμε λοιπόν τον εξής συλλογισμό: αν το παραγόμενο είναι προσωπική ύπαρξη, που είναι η υψηλότερη  εκδήλωση της υπάρξεως, τότε η παραγωγική αιτία, που όπως είπαμε είναι ο Θεός, πρέπει να είναι και αυτή προσωπική. Το λέω αυτό γιατί υπάρχουν άνθρωποι που παραδέχονται  τον Θεό σαν μία αόριστη δύναμη. Μία απρόσωπη δύναμη όμως πώς παρήγαγε προσωπικές υπάρξεις; Στον σημερινό κόσμο γνωρίζουμε πολλές δυνάμεις, μία από αυτές είναι του ηλεκτρισμού. Με αυτήν την δύναμη συνεννοούμαστε μεταξύ μας με τα ΜΜΕ, την έχουμε στην εξουσία μας και την χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε. Πώς όμως θα ήταν δυνατό μία τέτοια απρόσωπη τυφλή και υποχείρια σε μας δύναμη να παραγάγει όντα, υπάρξεις προσωπικές, προικισμένες με ηθική συνείδηση και ηθικές αρχές δικαιοσύνης, αλήθειας, αγαθότητας, συμπάθειας; Ο άνθρωπος έχει κατορθώσει να εφεύρει ρομπότ, που κινούνται και μιλάνε. Αλλά πρέπει να σημειώσουμε ότι τα ρομπότ αυτά, τα παράγει ο άνθρωπος, που είναι μία προσωπική ύπαρξη, και δεύτερο, ότι τα ρομπότ αυτά δεν είναι προσωπικές υπάρξεις, αλλά μηχανήματα, των οποίων οι κινήσεις και οι φωνές σταματούν αμέσως όταν τελειώσει η μπαταρία τους.

Πολλές προσπάθειες έχουν γίνει από τους επιστήμονες, πειράματα, αλλά χωρίς επιτυχία στον στόχο τους να δημιουργήσουν ζωή όπως αυτή εμφανίζεται στα έμβια όντα. Ο Παστέρ, απέδειξε πέρα από κάθε αμφισβήτηση, ότι αυτόματη γέννηση δεν υπάρχει. Κάθε ζωή γεννιέται από άλλη ζωή, και κάθε προσωπική ύπαρξη, μόνο από μία προσωπική ύπαρξη,  από ένα Ον προσωπικό, μπορεί να παραχθεί.

γ’) Ο Θεός υπάρχει γιατί υπάρχουν ηθικές αρχές με τις οποίες είμαστε προικισμένοι, όπως είναι η δικαιοσύνη, η αλήθεια, η αγαθότητα, κλπ. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε τις αφηρημένες έννοιες αυτές, χωρίς να διακρίνουμε πίσω από αυτές τον Θεό, που σαν άναρχος και αυθύπαρκτος, αιτία του σύμπαντος,  εμφύτευσε αυτές τις αρχές στις συνειδήσεις μας.

δ’) Ο Θεός υπάρχει γιατί υπάρχουν άνθρωποι που αρνούνται την ύπαρξή Του. Πράγμα που δεν είδαμε και δεν ακούσαμε, ποτέ δεν το αρνιόμαστε και ποτέ δεν το αμφισβητούμε, απλούστατα το θεωρούμε ανύπαρκτο. Ο Θεός όμως υπάρχει και παρουσιάζονται άνθρωποι που αρνιούνται την ύπαρξή Του. Για να μην νομιστεί όμως ότι η άρνηση του Θεού γίνεται επειδή ο Θεός είναι αόρατος («διότι ουδείς είδε ποτέ τον Θεόν») αρκεί να αναφέρουμε ότι υπήρξαν άνθρωποι που αρνήθηκαν την ύπαρξη γνωστών στην ιστορία προσώπων. Ωστε οι αρνητές (ή αγνωστικιστές όπως λέγονται) δεν υπήρξαν μόνο στον θρησκευτικό κύκλο αλλά και στον ιστορικό, αφού σοφοί άνδρες αρνήθηκαν την ύπαρξη του Μ. Αλεξάνδρου, και πολλών άλλων ιστορικών προσώπων. Αυτή ακόμα η άρνηση είναι απόδειξη ότι τα αμφισβητούμενα πρόσωπα υπήρξαν.

Ο Θεός υπάρχει αποκαλύπτοντας τον εαυτό Του και γνωστοποιώντας το θέλημά Του στους υιούς των ανθρώπων.

 

ΙΙΙ. Από την ιστορία μπορούμε να διδαχτούμε πολλά πράγματα.

α’) Στις χώρες όπου τα καθεστώτα προσπάθησαν να ξεριζώσουν την πίστη στον Θεό, αυτό κατάντησε μία σκιαμαχία. Αλλά και ο πόλεμος τους εναντίον μίας σκιάς είναι τρανή απόδειξη ότι πίσω από την σκιά υπάρχει μία πραγματικότητα, που είναι ο Θεός, του οποίου την ύπαρξη δεν μπόρεσαν να εξαλείψουν.

β’) Εκείνο που ωθεί πολλούς να αρνιούνται την ύπαρξη του Θεού, εκτίθεται σε μία λεπτομέρεια του εδαφίου μας-το ότι «ο Θεός γίνεται μισθαποδότης». Αν δηλαδή αμοίβει τους εκζητούντες Αυτόν γιατί προσπαθούν να είναι αρεστοί σε Αυτόν, τότε αντίστοιχα θα τιμωρεί και τους μη εκζητούντες Αυτόν, και αυτούς που δεν προσπαθούν να γίνουν αρεστοί σε Αυτόν. Και συνεπώς νομίζουν αυτοί ότι εάν αρνηθούν την ύπαρξη του Θεού, απαλλάσσονται από τις συνέπειες των πράξεών τους.

Η αιτία του σύμπαντος, ο προσωπικός Θεός, που μας δημιούργησε και μας συντηρεί, έχει το απόλυτο και αναφαίρετο δικαίωμα και την εξουσία να ζητήσει από κάθε πλάσμα του προσωπικό, δηλαδή από κάθε άνθρωπο την χρησιμοποίηση όλων των δυνάμεων με τις οποίες τον προίκισε (σωματικών, ηθικών, διανοητικών και πνευματικών). ¨Ώστε μέσα στην πίστη στην ύπαρξη του Θεού, υπάρχει και η ευθύνη του ανθρώπου απέναντι στον Θεό και η κρίση του από τον Θεό. Υπάρχει Θεός; Υπάρχει και κρίση και ανταπόδοση. Οποιος αρνείται τον Θεό, δεν μπορεί να παραδεχτεί κρίση. Οποιος αρνείται την ύπαρξη του Θεού, αρμείται συγχρόνως την ύπαρξη της αμαρτίας-του ηθικού κακού. Είναι όμως παράδοξο να αρνείται κανείς την αμαρτία, ενώ κάθε του πράξη και ενέργεια είναι μολυσμένη με την κακία, την μοχθηρία, το μίσος και τον εγωισμό. Η συνείδηση του ανθρώπου τον ελέγχει, ακριβώς γιατί υπάρχει Εκείνος, μπροστά στον οποίο θα δώσει λόγο μία ημέρα τα δε κρυπτά της καρδιάς θα φανερωθούν και θα εκτεθούν ενώπιον όλων.

Αυτό που λέει το εδάφιο μας για την πραγματικότητα του Θεού(«ο προσερχόμενος εις τον Θεόν πρέπει να πιστεύει ότι είναι») δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει Θεός για εκείνον που δεν προσέρχεται  στον Θεό. Είτε κάποιος προσέρχεται στον Θεό, είτε δεν προσέρχεται, ο Θεός υπάρχει. Η ύπαρξη του Θεού δεν εξαρτάται από την δική μας παραδοχή ή άρνηση, όπως το φως δεν εξαρτάται από εκείνον που βλέπει ή δεν βλέπει –το φως υπάρχει. Και ο Θεός υπάρχει, που είναι φως και ζωή.

Το σύμπαν μαρτυρεί για την ύπαρξη του Θεού. Ο άνθρωπος όπως είναι μαρτυρεί ότι ο Θεός υπάρχει.

 

ΙV. Αφού ο Θεός υπάρχει ποιο είναι το καθήκον μας απέναντί Του;

Να προσέλθουμε σε Αυτόν, αφού αποδεχτούμε το αποκαλυμμένο θέλημά Του, ζώντας σύμφωνα με τις απαιτήσεις Του και αποδεχόμενοι την επέμβασή Του στη ζωή μας. Η μεγαλύτερη εκδήλωση της επεμβάσεως αυτής, είναι εκείνη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που ταπεινώθηκε, κατέβηκε μέχρι το επίπεδό μας για να ζήσει τη ζωή μας και σταυρώθηκε  για μας για να κάνει σαν αντιπρόσωπός μας αιώνια εξιλέωση για μας.

Η αλήθεια υπάρχει στον κόσμο, γιατί υπάρχει ο Θεός που είναι η αλήθεια. Εκπρόσωπός της και ενσάρκωσή της είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, που έγινε για μας «η οδός και η αλήθεια και η ζωή», για να μας φέρει στον Πατέρα. Και μόνο μέσω Αυτού γνωρίζουμε και απολαμβάνουμε την ζωντανή επικοινωνία με τον Θεό Πατέρα.

Ας έχει δόξα ο Θεός γιατί δεν άφησε τον Εαυτό Του χωρίς μαρτυρία και όπως λέει και ο Απόστολος των Εθνών, «τα αόρατά Αυτού βλέπονται φανερώς από κτίσεως κόσμου νοούμενα δια των ορατών κτισμάτων Αυτού, η τε αϊδιος αυτού δύναμις και θειότης ώστε να είναι αυτοί αναπολόγητοι» (Ρωμ.α’,20). Παρόλες τις αρνήσεις και αμφισβητήσεις των ανθρώπων, Εκείνος εξακολουθεί την εκτέλεση των αιωνίων αγαθών βουλών Του για τον άνθρωπο για να τον απαλλάξει από τις καταστρεπτικές ιδέες της αρνήσεως και της απιστίας στην ύπαρξή Του, δια των οποίων υποσκάπτονται τα ίδια τα θεμέλια της υποστάσεως του ανθρώπου, διακυβεύονται τα μεγαλύτερα συμφέροντα της ψυχής του και καταστρέφεται κάθε χρησιμότητά του στον κόσμο.

Δεν ζούμε για τους εαυτούς μας αλλά για Εκείνον που μας έπλασε μας έσωσε και μας αγίασε. Σε Αυτόν τον μόνο αληθινό Θεό-τρισυπόστατο, αδιαίρετο, άναρχο και ατελείωτο- ας είναι αιώνια δόξα από τώρα και έως τον αιώνα !Αμήν.

 163 total views,  1 views today

Print Friendly, PDF & Email

Ευαγγελική Εκκλησία της Ελλάδος