Tου Ξενοφώντος Π.Μόσχου, δ.φ.

«Τι γαρ ωφελείται ο άνθρωπος,
εάν τον κόσμον όλον κερδήση,
την δε ψυχήν αυτού ζημιωθή;»
Ματθαίος 16:26

Διάβασε: Ματθαίος 16:21-28, Λουκάς 9:26, Φιλιππισίους 3:7-10

Σήμερα ζούμε σε μία εποχή, στην οποία τα πάντα παρακολουθούνται από την εμπορική όψη του κέρδους. Λόγω, φαίνεται των συνεχώς αυξανομένων οικονομικών δυσχερειών και των αναγκών της ζωής που καθημερινά επιτείνονται και πληθύνονται, διαμορφώθηκε κάποιο χρηματιστικό πνεύμα μεταξύ όλων των ανθρώπων κάθε κοινωνικής τάξεως, ώστε κάθε επιχείρηση και κάθε απασχόληση εξετάζεται πάνω απ’ όλα από την άποψη του συμφέροντος. Εξ’ αιτίας αυτού του γεγονότος όλες οι υψηλότερες απασχολήσεις αμελήθηκαν βαθμιαία, η ποίηση και η καλλιτεχνία καλλιεργούνται σπάνια και αυτή η επιστήμη υποβιβάστηκε σε χρηματιστικό και βιοποριστικό επάγγελμα, και το άψυχο χρήμα έγινε το πιο προσφιλές είδωλο, στου οποίου το βωμό, ο άνθρωπος της εποχής, τα πάντα πρόθυμα θυσιάζει.

Σε αυτήν την εποχή, με αυτό το χρηματιστικό και εμπορικό πνεύμα να επικρατεί, καλό  και ωφέλιμο θα είναι, να εξεταστεί και η θρησκεία από την εμπορική της άποψη, αν είναι δηλαδή πράγμα συμφέρον στον άνθρωπο ή επιβλαβές και επιζήμιο. Και είναι επιδεκτικό το αντικείμενο τούτο τέτοιας εξετάσεως, γιατί κανένα αγαθό δεν μπορεί να αποκτήσει ο άνθρωπος στον κόσμο αυτό χωρίς ανάλογη δαπάνη ή ζημία. Κανένας δεν υψώθηκε ποτέ σε ζηλευτή κοινωνική θέση χωρίς κόπο και αγώνες. Κανείς δεν αναπτύχθηκε διανοητικά χωρίς μόχθους και αγρυπνίες. Κανένας δεν τράβηξε πάνω του την εύνοια και την αγάπη των ομοίων του χωρίς τη φιλικότητα και την ευπροσηγορία. Ετσι κανείς ποτέ δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα υψωθεί ηθικά και πνευματικά στην θέση, στην οποία τον καλεί ο Χριστός δια του Ευαγγελίου, χωρίς ζημίες και πολλές ενοχλήσεις, όπως επίσης και αντίθετα κανείς δεν μπορεί να κερδίσει τον κόσμο και τις παράνομες ευχαριστήσεις του, χωρίς τη βέβαια απώλεια της αθάνατής του ψυχής. Εάν λοιπόν συγκρίνουμε το κέρδος του κόσμου προς τη ζημία της ψυχής, θα καταλάβουμε βεβαίως, το πόσο η θρησκεία είναι πραγματικά το ύψιστο και σπουδαιότερο συμφέρον του ανθρώπου.

Μία τέτοια εξέταση της θρησκείας είναι πολύ χρήσιμη αυτές τις ημέρες, που παραδίνουμε στην ιστορία το χρόνο που έφυγε γεμάτο σφάλματα, ανοησίες, αμαρτίες και θλίψεις, και μπαίνουμε στο νέο αισιόδοξοι γεμάτοι μεγάλες και απατηλές ίσως, ελπίδες. Τι θα κάνουμε το χρόνο αυτό; Θα εξακολουθήσουμε να αμελούμε το Ευαγγέλιο και να αδιαφορούμε για τις αξιώσεις του; Θα εξακολουθήσουμε να καθησυχάζουμε τη συνείδησή μας με τυπικές και επίπλαστες εξωτερικές ευσέβειες, απατώντας τους εαυτούς μας και νομίζοντας ότι μπορούμε να απατούμε και τον Θεό; Εάν συνεχίζουμε να επιμένουμε στην θρησκευτική μας αδιαφορία από τον φόβο μην πάθουν βλάβη κάποια από τα κοσμικά μας συμφέροντα ή να εκτεθούμε στον περίγελο του ασεβούς και άπιστου κόσμου, έρχονται σε μας επίκαιροι οι λόγοι του Χριστού, που χρησιμοποιούμε στη μελέτη αυτή:«τι ωφελείται άνθρωπος, εάν τον κόσμον όλον κερδήση, την δε ψυχήν αυτού ζημιωθεί;». Επιθυμείς να σώσεις τα κοσμικά σου συμφέροντα και την ανθρώπινη ευμάρεια. Αλλά πριν πραγματοποιήσεις την επιθυμία σου αυτή, σκέψου πρώτα με ποια τιμή και με ποιες θυσίες θα εξαγοράσεις τα πρόσκαιρα αυτά και άστατα αγαθά. Ας έλθει εδώ σε βοήθειά σου και η λογιστική, που επικαλείσαι όταν σχεδιάζεις οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση στον κόσμο αυτό. Σύγκρινε το κέρδος σου με τη ζημία, και πείσε το εαυτό σου πρώτα για το τι όντως σε συμφέρει, πριν οριστικά αποφασίσεις  αν πρέπει να θυσιάσεις την θρησκεία, για τα υπόλοιπά σου συμφέροντα ή αυτά για χάρη εκείνης. Σε μία τέτοια εξέταση του σπουδαίου αυτού ζητήματος, ίσως φανούν στον ειλικρινή αναγνώστη ωφέλιμες οι ακόλουθες παρατηρήσεις.

 

Α. Το Κέρδος

«Τι ωφελείται άνθρωπος, εάν κερδήση τον κόσμον όλον;»

Η ερώτηση αυτή στηρίζεται σε μία αδύνατη να εκτελεστεί στην αληθινή της έκταση, υπόθεση:«εάν κερδήση τον κόσμον όλον». Γιατί ποιος μπορεί να κερδίσει όλον τον κόσμο; Ποιος μπορεί να φέρει στην κατοχή του όλα όσα περιέχει ο κόσμος όλος; Ποιανού η παλάμη μπορεί να συγκρατήσει τουλάχιστον ό,τι καλό και επιθυμητό υπάρχει στην μικρή αυτή γωνία  όλου του κόσμου, πάνω στη γη όπου κατοικούμε;

Αλλά και αν ήταν κάτι τέτοιο δυνατό, θα είχε ωφεληθεί ο άνθρωπος; Οχι βέβαια μία ωφέλεια ανάλογη με τις μεγάλες του προσδοκίες. Γιατί πρώτα τα πράγματα αυτού του κόσμου είναι άστατα και φθαρτά. Ο πλούτος μπορεί να ξεφύγει από τα χέρια του πλουσίου, η δόξα του μεγάλου άνδρα να αμαυρωθεί, οι φίλοι του ισχυρού να αποστατήσουν, η ευτυχία και η χαρά να εκλείψουν, και εκείνος που πολύ μόχθησε για την απόκτηση αυτών, να βρεθεί μετά από λίγο, στερημένος από κάθε ευδαιμονία, που στηρίχθηκε πάνω σε αυτά. Επειτα, και αν τα αγαθά αυτά παραμείνουν, η επιθυμία και η απόλαυσή τους, μετά από λίγο θα αμβλυνθεί, γιατί εφόσον ο άνθρωπος προχωρεί στην ηλικία, όλο και περισσότερο πλησιάζει στον αιώνιό του τόπο γιατί «ο κόσμος παρέρχεται και η επιθυμία αυτού» (Ιωανν.Α’ 2:17). Στο τέλος δε, ακόμα και ο πλουσιότερος και ισχυρότερος και ενδοξότερος άνθρωπος, θα σκύψει  κάτω από το κραταιό χέρι του θανάτου, και γυμνός όπως μπήκε κάποτε στον κόσμο, θα βγει από αυτόν, αφού αφήσει όλον τον πλούτο του μέχρι και το πιο ευτελές κέρμα, και όλη την κοσμική του δόξα μέχρι και τον πιο ελάχιστο έπαινο.

Αλλά όμως υπήρξαν άνθρωποι, για τους οποίους μπορεί κανείς να πει ότι κατά κάποιο τρόπο κέρδισαν όλον τον κόσμο, όπως βασιλιάδες και μεγάλοι κατακτητές, οι βαθύπλουτοι μεγιστάνες, και εκείνοι που έγιναν διάσημοι με την φιληδονία και την ακολασία τους, μπορούμε δε με οδηγό την ιστορία να μάθουμε σε τι ωφελήθηκαν αυτοί που από μία άποψη κέρδισαν όλον τον κόσμο.

Μεταξύ των μεγάλων και ένδοξων κατακτητών, πολύ γνωστοί και διάσημοι, ήταν ο Αλέξανδρος, ο Καίσαρ και ο Ναπολέων. Ο καθένας από αυτούς, υπήρξε ο απόλυτος άρχοντας εθνών και βασιλιάδων και επέβαλλε την θέλησή του πάνω σε όλους τους σύγχρονούς του. Αλλά τι ωφελήθηκαν οι μεγάλοι αυτοί άνδρες που κέρδισαν όλο τον κόσμο; Αναμφίβολα υπήρχε μεγάλη ηδονή στην συναίσθηση της δύναμης της εξουσίας, που διαχειρίζονταν. Αλλά πόση ανησυχία κατείχε το πνεύμα τους, που μηχανευόταν πώς θα επεκτείνουν τις κτήσεις τους και πώς θα ματαιώσουν τις αντίθετες ενέργειες των αντιπάλων τους, διατηρώντας αυτά που είχαν κατακτήσει. Πόσος φόβος και πόση μέριμνα μήπως καταληφθούν από ενάντιες περιστάσεις απροσδόκητα και χάσουν την δόξα που με τόσους μόχθους και θυσίες απέκτησαν. Πόσες υποψίες προδοσιών και επιβολής πίκραιναν τις ψυχές τους  και αραίωναν τις τάξεις των αφοσιωμένων τους φίλων. Και ποιο ήταν το τέλος που ήλθε σε όλους; Ο μεν Αλέξανδρος πέθανε στην ακμή  της ηλικίας του, πριν μπορέσει να συμπληρώσει τα γιγάντιά του σχέδια, και ο Καίσαρ δολοφονήθηκε στο βουλευτήριο από εκείνους που όντες εχθρούς, τους συγχώρησε και με πολλούς τρόπους ευεργέτησε και προήγαγε. Ο Ναπολέων τελείωσε τις ημέρες του σε μία έρημη και άπραγη εξορία σαν τον τελευταίο των θνητών. Και ήδη η μεν Ιστορία εξυμνεί τα έργα τους και εγκωμιάζει τα κατορθώματά τους, εκείνοι όμως που βρίσκονται κάτω από την γη, κανένα από τα εγκώμια αυτά  δεν μπορούν να ακούσουν, ούτε μπορούν να κερδίσουν λίγη χαρά και ευχαρίστηση από τους επαίνους και τον παγκόσμιο θαυμασμό.

Ο φιλόσοφος Βάκων (Μπαίηκον) παραβάλλει τους μεγάλους κατακτητές της γης με τους διάττοντες αστέρες. Τέτοια είναι η εμφάνισή τους: αιφνίδια, με ζωηρή λάμψη. Γρήγορα όμως περνούν και τα ίχνη τους δεν φαίνονται.

Και βαθύπλουτοι πολλοί υπήρξαν στον κόσμο, από όλους όμως ο πιο γνωστός και παροιμιώδης για τον πλούτο του είναι ο αρχαίος βασιλιάς της Λυδίας Κροίσος. Το ανάκτορό του ήταν το θησαυροφυλάκιο της αρχαιότητας. Τόσος ήταν ο χρυσός και το ασήμι που ο φιλοχρήματος αυτός βασιλιάς είχε συλλέξει, τόσα πολλά τα πολύτιμα κειμήλια και οι πολύτιμοι λίθοι, αλλά όλα αυτά αναγκάστηκε να τα παραδώσει στον νικητή και μάλιστα θεώρησε τον εαυτό του τυχερό που μπόρεσε να σώσει τη ζωή του από οδυνηρό θάνατο. Υπάρχει αναμφίβολα μεγάλη ηδονή στην απόκτηση πολυτίμων πραγμάτων, αλλά πόσο μικρή είναι η ωφέλεια που πηγάζει από αυτά  και πόσο βασανιστική και κουραστική η φροντίδα για την διατήρησή τους!

-Ενας πλούσιος Κινέζος, τα παλιά χρόνια, περνούσε από τους δρόμους του Πεκίνου ντυμένος με τα πλούσια ρούχα του από μετάξι και φορώντας ωραία κοσμήματα με μεγάλα διαμάντια. Τον συνάντησε ένας φτωχός συμπολίτης του, που στάθηκε και παρατήρησε με προσοχή τα πολύτιμά του κοσμήματα, και μετά τον προσκυνούσε και τον ευχαριστούσε για τα διαμάντια. «Μα, δεν σου χάρισα τα διαμάντια μου», παρατήρησε ο πλούσιος. «Οχι», αποκρίθηκε ο φτωχός, «αλλά μου επέτρεψες να τα δω, και αυτή είναι η μόνη απόλαυση των διαμαντιών, γιατί ούτε για φαγητό είναι χρήσιμοι, ούτε κανένα όμορφο άρωμα αναδίδουν. Ετσι και οι δύο τα είδαμε. Διαφέρουμε όμως στο εξής: ότι εσύ έχεις το βάρος τους και την φροντίδα  να τα φυλάς με ασφάλεια από τον φόβο μην τα κλέψουν, ενώ εγώ δεν έχω να φροντίσω για τίποτα τέτοιο». Και πραγματικά ο πλούτος είναι πηγή ευχαριστήσεων, εφόσον αυτός που τον κατέχει τον χρησιμοποιεί για τις δικές του νόμιμες ανάγκες και για να κάνει ευτυχισμένους αυτούς που βρίσκονται γύρω του. Πέρα από τις δύο αυτές χρήσεις ο πλούτος που στέκεται αργός ή που υπηρετεί παράνομες ευχαριστήσεις, είναι τύραννος και δεσπότης και φιλοδωρεί και τον κάτοχο και εκείνους που βρίσκονται γύρω του, με φροντίδες, φόβους, ανησυχίες και δυστυχίες.

Υπήρξαν και άνθρωποι που προσπάθησαν να κερδίσουν τον κόσμο όλο με το να γευθούν κάθε ηδονή. Γνωστό τέτοιο παράδειγμα μας παρέχει ή ίδια η Αγία Γραφή στο πρόσωπο του Σολομώντα. Αλλά τι ωφελήθηκαν και αυτοί;

-Αντιγράφω εδώ τα λόγια του ίδιου του Σολομώντα:«Είπα λοιπόν, στον εαυτόν μου: «Εμπρός να δοκιμάσω τη χαρά και να γνωρίσω την ευτυχία». Μα να που ακόμη κι αυτό είναι ματαιότητα. Για το γέλιο κατέληξα πως είναι ανοησία και για τη χαρά σκέφτηκα «τι ωφελεί;» Σκέφτηκα να δοκιμάσω την ευχαρίστηση του κρασιού και να ζήσω όπως οι ανόητοι, αλλά παραμένοντας κύριος του εαυτού μου. Ηθελα να εξακριβώσω τι είναι το καλύτερο που πρέπει να κάνουν οι άνθρωποι όσο ζουν πάνω στη γη. Κατασκεύασα μεγάλα έργα, έχτισα για τον εαυτό μου σπίτια και φύτεψα αμπέλια, έφτιαξα κήπους και φυτείες με όλων των ειδών τα οπωροφόρα δέντρα. Κατασκεύασα δεξαμενές νερού για να ποτίζω τα δέντρα του άλσους. Αγόρασα δούλους και δούλες, χώρια οι δούλοι που είχαν γεννηθεί στο σπίτι μου. Ακόμη απέκτησα κοπάδια αγελάδες και πρόβατα περισσότερα από όσα είχαν όλοι όσοι έζησαν πριν από μένα στην Ιερουσαλήμ. Επίσης συγκέντρωσα ασήμι και χρυσάφι και βασιλικούς θησαυρούς από τις χώρες που κυβέρνησα. Απέκτησα τραγουδιστές και τραγουδίστριες και πολυάριθμες γυναίκες, όσες θα μπορούσε κανείς να επιθυμήσει.

Εγινα μεγάλος και ξεπέρασα όλους εκείνους που έζησαν πριν από μένα στην Ιερουσαλήμ. Η σοφία μου με βοήθησε, έτσι που ό,τι επιθύμησαν τα μάτια μου να μην τους το αρνηθώ· δεν αποστέρησα τον εαυτό μου από καμιά χαρά. Απολάμβανα το κάθε έργο μου, κι αυτό ήταν η αμοιβή μου για όλους τους κόπους μου. Αλλά όταν παρατήρησα τα όσα είχα δημιουργήσει και πόσο σκληρά είχα εργαστεί, κατέληξα πως όλα αυτά είναι επίσης ματαιοπονία και χίμαιρες, δεν ωφελούν σε τίποτα εδώ στη γη.» (Εκκλησ. 2:1-11). Αυτή υπήρξε η πείρα ενός ανθρώπου σοφού που όμως με αφροσύνη πέρασε τις ένδοξες ημέρες του. Εάν ρωτούσαμε τον Σολομώντα: «Τι ωφελείται άνθρωπος εάν τον κόσμον όλον κερδήση», θα αποκρινόταν από την πικρή του πείρα :«ουδέν όφελος υπό τον ήλιον».

 

Β’. Η Ζημία

Πόση θα είναι άραγε η ζημία εάν κάποιος «ζημιωθή την ψυχήν αυτού;» Στο ερώτημα αυτό αποκρινόμαστε άφοβα ότι η ζημία είναι ανυπολόγιστη, γιατί ανυπολόγιστη είναι για τον άνθρωπο η αξία της ψυχής. Αν και είμαστε σύνθετοι από σώμα και ψυχή, όμως δεν μπορούμε να μην διακρίνουμε μεταξύ των δύο και να αποδώσουμε την πρώτη θέση και την ύψιστη σημασία στην ψυχή. Αυτή ουσιαστικά αποτελεί την προσωπικότητά μας, όχι το σώμα που συνεχώς φθείρεται και στο τέλος κατατίθεται στον τάφο. Λέγοντας «εγώ», δεν εννοούμε το σώμα αλλά την ψυχή που ενοικεί και κυβερνά μέσα από αυτό, που ωθεί το σώμα στις πράξεις και έχει όλη την ευθύνη γι’ αυτές. Ωστε το να ζημιωθεί κάποιος την ψυχή, σημαίνει να ζημιωθεί ή να απολέσει και να καταστρέψει τον εαυτό του. Μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερη ζημιά από αυτή;

Αλλά και απόλυτα η ψυχή είναι πράγμα πολύ ανώτερο από όλον τον υλικό κόσμο κατά την αξία, γιατί είναι πλάσμα πνευματικό άφθαρτο και αθάνατο, που έχει νόηση και ελευθερία και που δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα και ομοίωση του Υψιστου Δημιουργού.

Σε τι συνίσταται η ζημία ή απώλεια της ψυχής; Γιατί αυτή σαν πράγμα άϋλο και αθάνατο δεν επιδέχεται κάποια διαίρεση ή αλλοίωση, ώστε να σταματήσει και να σκέφτεται και να βούλεται και να αποβάλλει έτσι τους ουσιώδεις της χαρακτήρες. Η ζημία αυτή συνίσταται: α’) στην απώλεια κάθε ευκαιρίας διαλλαγής με τον Πλάστη, ώστε η ένοχη ψυχή θα είναι εκτεθειμένη στην οργή του άγιου και δίκαιου Θεού που καταναλίσκει σε όλη την ατελείωτη αιωνιότητα, χωρίς να υπάρχει ποτέ ελπίδα ανακουφίσεως ή απαλλαγής. Ποιος μπορεί να μετρήσει το βάθος τέτοιας αβύσσου δυστυχίας; Στεναχωρούμαστε, όταν βλέπουμε δυσαρεστημένο και βλοσυρό τον προϊστάμενό μας, και προσπαθούμε με κάθε τρόπο να εξιλεωθούμε και να καταπραύνουμε το ψυχρό του βλέμμα. Πόση θα είναι η ατελείωτη δυστυχία του αμαρτωλού που αισθάνεται διαρκώς πάνω του το δυσαρεστημένο βλέμμα του Υψίστου, και πόσο διακαής είναι ο πόθος του να εξιλεώσει αν είναι δυνατόν την Θεία Δικαιοσύνη και να διαλλαγεί με Εκείνον, που με πολλούς τρόπους περιύβρισε και εξόργισε! Αλλά θα ξέρει ότι ο καιρός της εξιλεώσεως πλέον πέρασε, και με πόνο θα θυμάται ότι υπήρξε κάποτε εποχή, στην οποία πάλεψε μέσα του ο πόθος της συνδιαλλαγής με την άπληστη επιθυμία του κόσμου, και ότι αυτός προτίμησε να κερδίσει ό,τι μπορούσε από τον κόσμο παρά να συνεννοηθεί με τον Θεό και να υποταχθεί στο θέλημά Του. β’) Η ζημία αυτή της ψυχής συνίσταται στην απώλεια για πάντα κάθε ευκαιρίας για ηθική βελτίωση και ανόρθωση. Στον άνθρωπο που βρίσκεται στην αμαρτία, αυτή δεν του φαίνεται πολύ ακάθαρτο και βρωμερό πράγμα. Γιατί οι πρόσκαιρες ευχαριστήσεις του κόσμου αυτού επικαλύπτουν την ντροπή και την βρωμιά της αμαρτίας, όπως οι κιβδηλοποιοί καλύπτουν το ψεύτικο μέταλλο με λεπτό στρώμα χρυσού ή αργύρου. Αλλά όταν περάσει το σχήμα του κόσμου αυτού, όταν τα μάτια της ψυχής ανοιχτούν πέραν του τάφου και δει το πέλαγος της αιωνιότητας, που έχει να διαπλεύσει με σύντροφο τον βόρβορο και την σαπίλα της αμαρτίας, πώς τότε θα ποθεί να απαλλαγεί αν είναι δυνατόν από αυτήν την πτώση και τον εξευτελισμό, και να υψωθεί και αυτή στα αιθέρια ύψη της αγνότητας και της αγιοσύνης και να μετάσχει και αυτή στο θέαμα και τη λατρεία του Υψίστου! Αλλά θα ξέρει ότι ο καιρός του καθαρισμού και της αναγεννήσεως πέρασε πλέον και με πόνο θα θυμάται ότι με συγκινητική στοργή τον καλούσε η σωτήρια φωνή του Ευαγγελίου και ο Σωτήρας σε αυτήν απευθυνόταν όταν ήταν στο σώμα και είχε καιρό να μετανοήσει: «τι ωφελείται άνθρωπος εάν κερδήση τον κόσμον όλον και ζημιωθεί την ψυχήν αυτού;». Αλλά αυτή απείθησε στην πρόσκληση και καταφρόνησε την συμβουλή, και δεν μπόρεσε μεν να κερδίσει τον κόσμο όλο  όπως ποθούσε, αλλά έχασε επίσης και κάθε ελπίδα ηθικής και πνευματικής ανορθώσεως για πάντα. Τέτοια ζημία ξεπερνάει κάθε σκέψη.

 

Γ’. Σύγκριση Κέρδους και Ζημίας

«Τι ωφελείται άνθρωπος εάν κερδήση τον κόσμον όλον, την δε ψυχήν αυτού ζημιωθή;» Εάν μπορούσε κανείς να κερδίσει όλον τον κόσμο θυσιάζοντας γι’αυτόν τον σκοπό τις συνηθισμένες αναπαύσεις της ζωής και υφιστάμενος κόπους  και στεναχώριες, ίσως το κέρδος να ήταν αρκετά  σπουδαίο αν και άστατο  και πρόσκαιρο. Αλλά πάρα πολύ λίγοι θα βρεθούν πρόθυμοι να κερδίσουν έστω και όλο τον κόσμο θυσιάζοντας για τούτο τον σκοπό  ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά, την υγεία, και κανένας δεν θα δεχόταν το κέρδος αυτό  εάν ήξερε ότι λόγω αυτού, θα έχανε τη ζωή του, γιατί ποιο το όφελος από το κέρδος αυτό σε μία τέτοια περίπτωση;

Και όμως βρίσκονται πάμπολλοι πρόθυμοι  να κερδίσουν,  όχι μόνο τον κόσμο όλο, αλλά και πολύ μικρό μέρος του, λίγα χρήματα ή μικρή φήμη ή κάποιο ελάχιστο έπαινο, ή κάποια στιγμιαία ευχαρίστηση, με θυσία όχι της αναπαύσεως ή της υγείας ή της ζωής, αλλά με ζημία ακόμα και αυτής της αθάνατης και αιώνιας ψυχής. Τέτοια είναι η τύφλωση και ο παραλογισμός, στον οποίο έβαλε τον άνθρωπο η αμαρτία.

Ποιο το όφελος από το πρόσκαιρο κέρδος του κόσμου, όταν τούτο αποκτηθεί με ζημία της αιώνιας ψυχής; Ποια η ευχαρίστηση από αυτό το κέρδος; Ποιος που κατέχει τον πλούτο του κόσμου μπορεί να είναι  λόγω αυτού ευτυχής, ενώ ξέρει ότι ο πλούτος του είναι ακόμα υγρός από τον ιδρώτα  και ίσως από το αίμα εκείνων που αδικήθηκαν. Ποιος είναι εκείνος που όταν υψώνεται σε θρόνο δόξας και φήμης, μπορεί ήσυχα να δρέψει τις δάφνες του, όταν ξέρει ότι τους επαίνους και τον θαυμασμό των πολλών συνοδεύουν υπόκωφοι στεναγμοί και μυστηριώδεις απειλές εκείνων που υποσκέλισαν και καταφρόνησαν; Ποιος είναι εκείνος που κυλιέται στις ηδονές και μπορεί να έχει ήσυχη τη συνείδησή του και την απόλαυσή του αδιατάρακτη, ενώ ξέρει ότι καταπατά ιερούς νόμους του Υψίστου και ότι θα αισθανθεί κάποτε το χέρι Του βαρύ να πέφτει και να τον συντρίβει;

Ετσι το κέρδος του κόσμου αυτού, όταν γίνεται με ζημία της ψυχής, δεν μπορεί να ωφελήσει και να ευφράνει τον άνθρωπο ανάλογα με τους κόπους που καταβάλλει ακόμα και στην ακμή της παρούσας ζωής του. Αλλά όταν έλθει η ώρα του θανάτου και αρχίζει ήδη να σηκώνεται το πέπλο που πριν έκρυβε το φοβερό μέλλον, ο δε ένοχος άνθρωπος  αρχίζει να διακρίνει μακριά  την οδύνη της αιωνιότητας, που γρήγορα τον πλησιάζει, ποια τότε είναι η ωφέλεια σε αυτόν που κέρδισε τον κόσμο όλο, αφού ζημιώθηκε γι’ αυτό την πολύτιμη ψυχή του; Ποια είναι η ωφέλεια όταν κλείσει οριστικά τα μάτια του στην παρούσα απατηλή εν πολλοίς μορφή των πραγμάτων, και ανοίξει πλέον τους οφθαλμούς της διάνοιάς του και δει τον εαυτό του βαλμένο στη λίμνη του πυρός της θείας οργής εκεί όπου «ο σκώληξ αυτών δεν τελευτά και το πυρ δεν σβύνεται;»


Ολοι οι άνθρωποι είμαστε κατά κάποιο τρόπο έμποροι επιδιώκοντας κέρδη και υποκείμενοι σε ζημίες. Και όταν μεν και τα κέρδη και οι ζημίες αναφέρονται στα πράγματα του κόσμου αυτού, οφείλουμε να κατά φεύγουμε στην οικονομική επιστήμη και την πείρα, για να διαφωτιστούμε για το τι πρέπει να κάνουμε. Οταν όμως τα κέρδη και οι ζημίες σχετίζονται με τα αιώνια συμφέροντα των αθανάτων μας ψυχών, οφείλουμε να προστρέχουμε στο φως του Ευαγγελίου για σωτήρια οδηγία. Από αυτό διδασκόμαστε ότι τίποτα δεν ωφελείται ο άνθρωπος και τον κόσμο όλο αν κερδίσει και ζημιωθεί την πολύτιμή του ψυχή. Εμείς τι κάναμε μέχρι τώρα φίλε αναγνώστη; Επιθυμήσαμε ίσως να κερδίσουμε τον κόσμο όλο. Ισως να είμαστε πιο μετριοπαθείς και να εκλέξαμε ένα μέρος από όλον τον κόσμο για να το κερδίσουμε και να το απολαύσουμε. Αλλά εάν το κάναμε αυτό με ζημία των ψυχών μας, άθλιο και ολέθριο υπήρξε το κέρδος μας. Ενώ μπαίνουμε στο Νέο Ετος, της παροικίας μας στη γη, ας ελέγξουμε το παρελθόν σαν φρόνιμοι έμποροι, μήπως περιπέσουμε στο σφάλμα να επιζητήσουμε ελάχιστο κέρδος με τη μέγιστη απώλεια, ας προσπαθήσουμε δε εις το εξής να φροντίσουμε πρώτα να σώσουμε την ψυχή μας και να την εξασφαλίσουμε, και έπειτα να κερδίσουμε από τον κόσμο ό,τι είναι ωφέλιμο και αναγκαίο.

 185 total views,  1 views today

Print Friendly, PDF & Email

Ευαγγελική Εκκλησία της Ελλάδος