Α’ Η ΑΝΑΓΚΗ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ

 

Του Ξ.Π.Μόσχου, δ.φ.

Οτι ο άνθρωπος από τη φύση του, οδηγείται προς την θρησκεία, και ότι κάτω από την σκιά της καταφεύγει στις πιο σοβαρές και στις πιο σπουδαίες στιγμές της ζωής του, είναι αναντίρρητο. Ολα τα αρχαία έθνη, όσα ακόμα και μόνο κάποια ίχνη της υπάρξεώς και της δράσεώς τους άφησαν, την πρώτη θέση έδωσαν, και στον κοινό και στον ιδιωτικό βίο, στην θρησκεία. Νεότεροι περιηγητές, μέχρι σήμερα ομόφωνα μαρτύρησαν, ότι παντού βρήκαν τον άνθρωπο να θρησκεύεται, χωρίς να εξαιρούνται ακόμα και εκείνοι που βρίσκονταν στην πιο πρωτόγονη κατάσταση. Από την «χώρα του ανατέλλοντος ηλίου» μέχρι την γη των εσπερίδων και από εκεί μέχρι τις εσχατιές της αμερικανικής ηπείρου, και από την «γη του πυρός» μέχρι τους Εσκιμώους, σε κάθε ήπειρο και νησί και οροπέδιο και ακτή, ο άνθρωπος λατρεύει κάτι, που θεωρεί ανώτερο από αυτόν, σε αυτό προσεύχεται, σε αυτό αποβλέπει με ελπίδα στις δύσκολες περιστάσεις του, σε αυτό καταφεύγει στον κίνδυνο, την οργή του φοβάται και με κάθε τρόπο προσπαθεί να εξευμενίσει.  Αν και υπάρχουν αρκετοί περιηγητές που διατείνονταν ότι βρήκαν κάπου ανθρώπους στερημένους από κάθε θρησκεία, αυτό μπορεί αν εξηγηθεί με δύο τρόπους: ή ότι οι άνθρωποι που συνάντησαν να μην έχουν κάποια αφορμή για να επιδείξουν τις θρησκευτικές τους ιδέες και πράξεις, ή ότι οι περιηγητές στην έρευνά τους επηρεάστηκαν από την προσχηματισμένη τους αντιθρησκευτική πεποίθηση. Ακόμα και οι επί πολλούς αιώνες απομονωμένοι ερυθρόδερμοι Ινδιάνοι της Αμερικής, οι πρωτόγονοι ιθαγενείς της Κεντρικής Αφρικής και οι ανθρωποφάγοι των νησιών του Ειρηνικού βρέθηκαν να σέβονται τα Μέγα Πνεύμα, κάποιον θεό ή θεούς, ή χοντροκομμένα ξόανα, ή κορμούς δένδρων πελεκημένων σε σχήμα ανθρώπινων προσώπων.

Την παγκοσμιότητα της θρησκείας την εξήγησαν κάποιοι σαν απόρροια του φόβου, που εμπνέει στον άνθρωπο η άγρια ορμή της θύελλας, της βροντής ο πάταγος, η αστραπιαία καταστροφή του κεραυνού, ο απαίσιος σάλος του σεισμού και άλλα τέτοια καταπληκτικά φαινόμενα της φύσεως. Οτι ο φόβος αυτός και η κατάπληξη οδηγεί πολλές φορές σε θρησκευτικές σκέψεις, είναι αληθέστατο, γιατί και δηλωμένο άπιστο είδαν άνθρωποι να σταυροκοπιέται σε ώρα σεισμού, και γνωστά είναι αυτά που λέγονται για εκείνους που βρίσκονται σε τρικυμία στην θάλασσα, πώς και πόσα τάματα κάνουν εάν διασωθούν στο λιμάνι. Αλλά ο φόβος παρέρχεται βαθμηδόν με την συνήθεια, ακόμα όμως πιο βέβαιο με την ανάπτυξη του νου και της επιστημονικής γνώσεως των φυσικών φαινομένων. Και αν δεν ήταν η θρησκεία φύσει αναγκαία στον άνθρωπο, θα είχε προ πολλού εντελώς εξατμισθεί.

Ναι, υπάρχει κάποια βαθύτερη αιτία, που δικαιολογεί την ύπαρξη της θρησκείας μεταξύ των ανθρώπων και είναι αυτή η ανάγκη που φωνάζει από το βάθος της ανθρώπινης υποστάσεως. Εκτός από την έκτακτη κατάπληξη και τον παροδικό φόβο και ακόμα ισχυρότερα και αποτελεσματικότερα από αυτά, ενεργεί πάνω στην ψυχή άλλοτε αόριστη και επιπόλαιη άλλοτε σοβαρή και αδυσώπητη, η εσωτερική συναίσθηση της ατομικής ευθύνης. Από εκεί, από το άδυτο της ανθρώπινης φύσεως, ακούγεται η φωνή της συνειδήσεως, άλλοτε να ψιθυρίζει σιγά, άλλοτε επιτακτικά, φωνάζοντας ότι υπάρχει Ον ανώτερο, στο οποίο εμείς οφείλουμε την ύπαρξη, από το οποίο όντως εξαρτιόμαστε, από το οποίο παίρνουμε ό,τι καλό, στο οποίο χρωστάμε κάθε αγάπη και υπακοή και σέβας, και μπροστά στο οποίο τελικά θα παραστούμε για να δώσουμε λόγο των πεπραγμένων.

Η φωνή αυτή, πολλές φορές φαίνεται να ηχεί μάταια. Πάρα την ένταση του χαλιναριού το αφηνιασμένο άλογο των παθών έρχεται με ορμή στον κατηφορικό δρόμο, και ο άνθρωπος βρίσκει τον εαυτό του μέρα με τη μέρα πιο απομακρυσμένο από το ψηλό επίπεδο της αρετής, έως ότου μετά από κάποιους μάταιους αγώνες για την συγκράτησή του, καταλήγει σε συμπεράσματα ανάξια του εαυτού του  και της έξοχης πλάσεώς του, αποβάλλοντας κάθε ελπίδα για ανόρθωση και αμφιβάλλοντας για την αξία των πνευματικών πραγμάτων. Αλλά όταν οι θλίψεις της πρόσκαιρης αυτής ζωής έλθουν η μια μετά την άλλη, ή αποτυχίες συντρίψουν το πάθος της προσωπικής φιλοδοξίας, ή η ασθένεια προσβάλλει το σώμα και ο άνθρωπος φοβισμένος ακούσει από μακριά να ηχεί το κουδούνι της αναχωρήσεως, τότε τα πράγματα αλλάζουν μορφή. Ο, τι προηγουμένως γήινο κατείχε τις σχέσεις και τα αισθήματα  και τους πόθους και κυβερνούσε τη ζωή, αυτό ήδη θεωρείται σαν μάταιο και δευτερεύον, ενώ ο αόρατος κόσμος αρχίζει να παίρνει πραγματική υπόσταση στην διάνοια, και η μεταμέλεια για την αδιαφορία του παρελθόντος προς τα πνευματικά πράγματα, καταλαμβάνει το πνεύμα, και της συνειδήσεως οι έλεγχοι για εκείνα που δεν έγιναν σωστά ταλαιπωρούν την ψυχή, και η θρησκεία που περιφρονήθηκε και μπήκε κατά μέρος, που κηρύχθηκε σαν σκιάχτρο κατάλληλο μόνο να εκφοβίσει τον κοινό κόσμο, τις γριούλες και τα παιδιά, είναι ήδη σαν σωτήρια λέμβος, που ξέφυγε από τα χέρια, και σαν θησαυρός πολύτιμος, αλλά δια παντός απολεσθείς.

Ο άθρησκος Χομπς πεθαίνοντας έλεγε περίλυπος:«τώρα αισθάνομαι ότι μέλλω να πηδήσω στα σκοτεινά», και ο διάσημος Βολταίρος, ο τολμηρότερος των ορθολογιστών και ασεβέστατος των χλευαστών, απέθανε με θάνατο αξιοθρήνητο, κραυγάζοντας και κλαίγοντας σαν τον πιο χυδαίο των ανθρώπων. Ιδού τι έγραφε για τις τελευταίες στιγμές του γέρου άθεου ο ιατρός του, σε κάποιον φίλο του: «Οταν παραβάλλω τον θάνατον δικαίου ανθρώπου σαν το τέλος ωραίας ημέρας, προς τον θάνατο του Βολταίρου, ευθύς βλέπω την διαφορά μεταξύ της γλυκιάς γαλήνης και της μαύρης θύελλας. Ηταν τύχη μου να πεθάνει ο άνθρωπος αυτός στα χέρια μου. Πολλές φορές του είπα την αλήθεια, αλλά δυστυχώς γι’ αυτόν ήμουν ο μόνος που του είπε την αλήθεια, «Μάλιστα φίλε μου» συχνά μου έλεγε, «εσείς είστε ο μόνος που μου δώσατε καλή συμβουλή. Εάν μόνο ακολουθούσα αυτήν, δεν θα ήμουν σήμερα στην κατάσταση που βρίσκομαι. Δεν καταβρόχθισα τίποτα άλλο παρά μόνο καπνό. Μέθυσα με το θυμίαμα που ανέτρεψε τον νου μου. Τίποτε πλέον δεν μπορείς να κάνεις για μένα. Στείλτε μου ψυχίατρο. Λυπηθείτε με τρελάθηκα! Φρίττω όταν το σκέφτομαι!…» Οταν δε είδε ότι όλα τα μέσα όσα είχε μεταχειριστεί για να αυξήσει τις δυνάμεις του είχαν εντελώς αντίθετο αποτέλεσμα, είχε τον θάνατο συνεχώς μπροστά στα μάτια του. Από την στιγμή εκείνη τον κατέλαβε μανία. Θυμηθείτε την λύσσα του Ορέστη. Εξέπνευσε επιτέλους βασανιζόμενος από τις Εριννύες» (Bungener, Voltaire et son temps). Πόσο ασύγκριτα πιο υπέροχος από αυτούς, είναι και πόσο διαφορετικά προσβλέπει προς το τέλος, αυτός που είναι υπόδικος και δέσμιος Χριστιανός απόστολος:«Τον αγώνα τον καλόν ηγωνίσθην, τον δρόμον ετελείωσα, την πίστιν διετήρησα. Λοιπόν αποκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος, τον οποίον θέλει μοι αποδώση ο Κύριος εν εκείνη τη ημέρα, ο δίκαιος Κριτής» (Τιμοθ. Β’ 4:7,8).

Είναι βέβαιο λοιπόν ότι η θρησκεία δεν είναι απλώς αποκύημα του φόβου, το οποίο ο γενναίος ή ο επιστημονικά μορφωμένος, μπορεί και δικαιούται να απορρίψει σαν ανάξιό του, αλλά είναι βαθιά ανάγκη της ανθρώπινης φύσεως, που είναι καλυμμένη όμως, όπως πολλά και παραγκωνίζεται με άλλα υλικότερα και ευτελέστερα αντικείμενα. Η ανάγκη της θρησκείας είναι καταφανής αλλά πόσοι είναι που έχουν θρησκεία;

 

Β’ Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ

Του Ξ.Π.Μόσχου

Η ανάγκη της θρησκείας είναι καταφανής και πασίγνωστη, αλλά πόσοι αληθινά έχουν θρησκεία; η ανάγκη ζητάει πλήρωση, αλλά πώς πληρώνεται αυτή; Πραγματικά ή κατά φαντασία, με γνήσιο ή κίβδηλο νόμισμα; Η τροφή είναι ανάγκη για το σώμα, αλλά πόσο διαφέρει να ζητάει κανείς να εξυπηρετήσει την ανάγκη παρουσιάζοντας στον πεινασμένο ένα ζωγραφισμένο ψωμί, αντί πραγματικό, ή πήλινο ψωμί αντί σιταρένιο! Το φάρμακο είναι ανάγκη για τον ασθενή. Πόσο όμως διαφέρει η χορηγία γνήσιου φάρμακου ή παραποιημένου! Είναι λοιπόν ανάγκη να κατανοηθεί, τι είναι στην ουσία θρησκεία, για να μη βρεθούμε να ζητάμε να κατευνάσουμε την πείνα μας ανοίγοντας το στόμα σε ζωγραφισμένο ψωμί ή να θεραπεύσουμε την ασθένεια μας, παίρνοντας παραποιημένο φάρμακο.

Πρώτα, είναι βέβαιο ότι στην ουσία η θρησκεία είναι κάτι εντελώς πνευματικό, επειδή αποβλέπει στην πλήρωση ανάγκης όχι της υλικής μας φύσεως, αλλά της πνευματικής. Ο νους μας  ασχολείται με χαρά με διάφορα είδη γνώσεων και τις ταξινομεί στις διάφορες επιστήμες. Αλλά όταν αρχίσει να σκέφτεται τα σχετικά με τον Θεό, και τα πνευματικά πράγματα, βρίσκεται να κολυμπάει στο άπειρο, ζητώντας να συλλάβει το ασύλληπτο, να περιλάβει το άχωρο, να καταμετρήσει εκείνο που ξεφεύγει από κάθε μέτρο και κάθε εκτίμηση.

Η φαντασία μας, σαν με φτερά πολύχρωμης και αεικίνητης ψυχής, πετάει στο λιβάδι του ιδανικού, επισκεπτόμενη κάθε τι που εκλαμβάνει σαν λουλούδι μυρωδικό και χλόη δροσερή, πάντοτε πλάθοντας, πάντοτε ονειρευόμενη, πάντοτε ευχαριστώντας, και συνήθως οδηγώντας λανθασμένα ή εξαπατώντας. Αλλά όταν βρεθεί στον πνευματικό κόσμο, τότε μαζεύει τα φτερά με δέος, και με πιο μεγάλη σωφροσύνη γεμίζει την ψυχή με σοβαρά αισθήματα και συμβάλλει στην ορθότερη σύγκριση μεταξύ των ορατών και των αοράτων. Η μνήμη μας, σαν ταμίας δέχεται και αποθησαυρίζει ό,τι νομίζει άξιο θησαυρισμού, και θεωρεί καθήκον της  να παρουσιάσει ό,τι ζητηθεί από αυτά, που κάποτε αποταμιεύθηκαν. Αλλά ουδέποτε ασχολείται με έργο εντιμότερο και δέχεται στο θησαυροφυλάκιό της αντικείμενο πολυτιμότερο, παρά όταν αποταμιεύει σκέψεις και ιδέες και ιερές έννοιες. Η συνείδησή μας, σαν δικαστής σε θρόνο εκφέρει κρίση για κάθε μας πράξη και για κάθε μας λόγο και αίσθημα (εκτός όταν λείπει το ακροατήριο που κατέχεται από άλλες φροντίδες ή πάθη), είναι δε πολλές φορές η φωνή του δικαστή πολύ τρομερή και αφόρητα διαπεραστική. Οταν όμως έχει στηριχθεί, όχι πάνω στον άγραφο κώδικα του ηθικού νόμου, αλλά σε ορισμένες εκδηλώσεις του θελήματος και των εντολών του Υψίστου Οντος, τότε η ετυμηγορία του καθίσταται καταπληκτικά ισχυρή, αναγκάζοντας τον άνθρωπο να αναγνωρίσει τα πλημμελήματα και να ανακρούσει πρύμναν.

Η καρδιά τέλος, ο περιληπτικός αυτός όρος, που δηλώνει τα αισθήματα, τους πόθους και την βούληση, πάλλεται, εξεγείρεται, σε ό,τι εξωτερικό ηχεί σε αρμονία με το περιεχόμενο, σαν του πιάνου τις χορδές σε κάθε εξωτερικό αρμονικό ήχο. Αλλά ποτέ η αρμονία της καρδιάς δεν είναι ευγενέστερη, υψηλότερη, αγνότερη, ενθουσιωδέστερη, παρά όταν βρίσκεται σε αρμονία με τον ύψιστο ποιητή και τις αγνές και άγιες βουλές Του. Ολόκληρος λοιπόν ο άνθρωπος βρίσκει τον κύκλο της πραγματικής του ανυψώσεως και του αληθινού εξευγενισμού στην θρησκεία όταν αυτή φέρνει τον πνευματικό χαρακτήρα που της ανήκει.

Αλλά μπήκαμε σε έδαφος που απαιτεί προσεκτική και ευσεβή έρευνα, γιατί δεν αρκεί η ξερή ομολογία ότι η αληθινή θρησκεία είναι κάτι πολύ πνευματικό, και ότι η προσέγγιση των ανθρώπων στον πνευματικό κόσμο, είναι το μόνο που μπορεί να πληρώσει την βαθύτατη ανάγκη της φύσεώς τους και να συντελέσει στον αληθινό του εξευγενισμό. Δεν αρκεί γιατί όλα αυτά είναι απλές λέξεις: ο καθένας που τις ακούσει πλάθει με την φαντασία του, ό,τι νομίζει σαν αντιπροσωπευτικό της σημασίας αυτών των λέξεων. Αλλά τότε ο καθένας θα βρεθεί κάτοχος ιδεών απλώς υποκειμενικών, που μπορούν μεν μηχανικά να ανυψώσουν κάπως την ψυχή του, σαν το φουσκωμένο αερόστατο, αλλά όταν λείψουν ή κουνηθούν θα την καταρρίψουν πάλι με πάταγο στην γη. Ανάγκη έχουμε απόλυτη, όχι ιδεών υποκειμενικών, αλλά εξωτερικής πραγματικότητας. Ο αγώνας είναι μάταιος, εάν ζητάμε να ανυψώσουμε τους εαυτούς μας. Είναι ανάγκη να μας πιάσει από πάνω κάποιο παντοδύναμο χέρι και να μας ανυψώσει, και να μας κρατήσει ψηλά. Η αληθινή λοιπόν θρησκεία κατ’ ανάγκην είναι θρησκεία εξ αποκαλύψεως.

Το συμπέρασμα αυτό είναι λογικότατο και αναπόφευκτο. Γιατί ποια πραγματική αξία μπορεί να έχει η ιδέα, που ο καθένας ατομικά σχημάτισε για τον Θεό, για τον χαρακτήρα Του και για το θέλημά Του; Μήπως είναι τα ζητήματα αυτά αντικείμενα μαντικής τέχνης; Μπορεί να μας προτείνει κάποιος μία παλάμη κλειστή και να ζητήσει να εικάσουμε τι έχει μέσα της, και μπορεί ένας από τους πολλούς να επιτύχει.  Είναι τέτοια εικασία από μέρους μας εκείνο που θα μας συσχετίσει με τον Θεό και το πνευματικό κόσμο; Αλλά αν η παλάμη περικλείει και πράγματα που εμείς ποτέ δεν είδαμε και ποτέ δεν γνωρίσαμε; Και δεν είναι μάλλον τέτοια η περίπτωσή μας; Μάλιστα γι’ αυτό και πρέπει εντελώς διαφορετικά να γίνει. Πρέπει δηλαδή η παλάμη να ανοιχθεί και τα κλειστά να επιδειχθούν από πολλές όψεις και να εξηγηθούν. Αυτός είναι  ο μόνος τρόπος από την φύση των πραγμάτων της αποκτήσεως αληθών και πραγματικών και εξ αντικειμένου θρησκευτικών ιδεών και πεποιθήσεων.

Το έργο αυτό το εκτελεί η Αγία Γραφή. Οι διάφοροι συγγραφείς της προσέρχονται σαν δάσκαλοι και ερμηνευτές όχι των ίδιων τους σκέψεων, αλλά εκείνων που παρέλαβαν με επανειλημμένες αποκαλύψεις. Οι αποκαλύψεις αυτές παρουσιάζουν κάποια βαθμιαία ανάπτυξη και πρόοδο, που είναι η βαθμιαία εξέλιξη του κλειστού κάλυκα σε άνθος και σε ώριμο καρπό, και αποτελούν αρμονικό σύνολο από την Γένεση, μέχρι τα Ευαγγέλια, τις Επιστολές και την Αποκάλυψη, αν και διάρκεσε η συγγραφή όλου του έργου πάνω από 1500 χρόνια. Ο Θεός φανερά προέβη σε αποκάλυψη του Εαυτού Του. Και ομολογουμένως σχηματίζουμε από τις Γραφές όχι μόνο την ύψιστη και λογικότατη αλλά και σαφέστατη δυνατή αντίληψη του Υψίστου Οντος, μαθαίνουμε ποιο είναι το θέλημά Του και ποιες οι βουλές Του για την ανθρωπότητα, διδασκόμαστε να βλέπουμε προς την αμαρτία με το άγιο και δίκαιο εκείνο βλέμμα, με το οποίο την βλέπει ο Θεός. Και επειδή αυτό το βλέμμα περιλαμβάνει αναγκαστικά καταδίκη ανέκκλητη, παίρνουμε πάνω από όλα, την σπουδαία πληροφορία ότι έγινε πλήρης εξιλέωση από τον ενσαρκωθέντα Λόγο, που υπέστη πάνω στον Σταυρό την για τις αμαρτίες και παραβάσεις μας, δίκαια και δικαίως άπειρη ποινή και κατάρα, και ότι αυτός πλέον σαν μεσίτης πανίσχυρος μεσολαβεί μεταξύ εμών των πεσμένων και της Θεότητας, που εξυβρίστηκε. Τέλος, ότι μέσω Αυτού, έχουμε την συμφιλίωση με τον Θεό, την άφεση των αμαρτημάτων μας και την ανόρθωση και την πραγματική ανακαίνιση της πεσμένης μας φύσεως. Το έργο από μέρους Του συντελέστηκε, σε μας δε σαν λογικά και ελεύθερα όντα προτείνεται με το Ευαγγέλιο να δεχτούμε την προσφορά, να οικειοποιηθούμε δια της πίστεως την δωρεά.

Η ουσία λοιπόν της θρησκείας, είναι όχι κάποιες αφηρημένες ιδέες για τον πνευματικό κόσμο, ούτε κάποιες τυπικές εξωτερικές συνήθειες και πράξεις, αλλά η συσχέτιση της λογικής μας ψυχής, με τον αόρατο μεν, αλλά παρόντα Θεό, δια του μεσολαβητή (με την δύναμη της ενανθρωπήσεως και της εξιλεώσεώς Του) Μεσίτη Ιησού Χριστού.

Η πύλη είναι ανοιγμένη προ πολλού: αλλά πόσοι περνούν από αυτήν στην πραγματική απόλαυση των πνευματικών αγαθών που περιέχονται μέσα;

 

Γ’ Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ

Του Ξ.Π.Μόσχου

Υπάρχει μία παλιά παροιμία, που δεν έχει χάσει τίποτα από την αλήθεια της με την τριβή της, ότι εάν η θρησκεία αξίζει κάτι, αξίζει το παν.

Τόση είναι η ανάγκη της για τον άρτιο καταρτισμό της ανθρώπινης φύσεως, και τέτοια η δύναμη που πρακτικά εξασκεί πάνω σε αυτόν που την κατέχει, ώστε η αξία της για τον άνθρωπο είναι πραγματικά ανυπολόγιστη. Θρησκεία εδώ λέγοντας, εννοούμε βεβαίως, όπως προηγουμένως την ορίσαμε, όχι την τυπική  σειρά μερικών εξωτερικών θρησκευτικών εκδηλώσεων, αλλά την ύπαρξη πραγματικών εσωτερικών σχέσεων μεταξύ του πλάσματος  και του Πλάστη, την ύπαρξη πραγματικής συμπάθειας και συνεννοήσεως μεταξύ του πεπερασμένου πνεύματος του ανθρώπου και του Απειρου Πνεύματος του Θεού.

Ιδρύεται εργοστάσιο για την κατασκευή αντικειμένων, χρήσιμων στην ανθρώπινη ζωή. Ο αρχιτέκτων μηχανικός παρατάσσει σειρά κυλίνδρων και τροχών και περίπλοκων εργαλείων, και ορίζει την θέση του καθενός και τις σχέσεις του προς άλλα τμήματα του εργοστασίου, τέλος τοποθετεί την μηχανή και τους λέβητες, και τα πάντα είναι έτοιμα.

Η δαπάνη για την ίδρυση όλου αυτού του συστήματος μηχανημάτων και εξαρτημάτων ενδέχεται να είναι πολύ μεγάλη. Τι μπορεί όμως να κάνει όλος αυτός ο όγκος χωρίς την δύναμη του ατμού, χωρίς τη φωτιά που  μπαίνει στο νερό, παρέχοντας σε αυτό με την μορφή του ατμού την απαιτούμενη δύναμη διαστολής και ωθήσεως; Εάν η φωτιά, σχετικά με το εργοστάσιο έχει κάποια αξία, αξίζει το παν. Για το εργοστάσιο η αξία της φωτιάς, όχι η αγοραία, αλλά η πραγματική, είναι ανυπολόγιστη.

Συνέβη συχνά, μεγάλο πλοίο και ισχυρό, εκλεκτής κατασκευής, και λαμπρής διοικήσεως, να γίνεται έρμαιο των κυμάτων της μαινόμενης θάλασσας, επειδή με κάποιο λόγο βλάφτηκε μικρό αλλά πολύ σπουδαίο μέρος του, το πηδάλιο. Τι μπορεί να κάνει ο σοφός κυβερνήτης, και ο ικανός μηχανικός, και το ισχυρότερος πλοίο, και οι τελειότερες μηχανές, όταν το πηδάλιο γίνει εντελώς άχρηστο; Ενδέχεται η αγοραία αξία ενός πηδαλίου να είναι πολύ μικρή, εν συγκρίσει προς το όλο σκάφος, και το όλο σύστημα των μηχανών. Αλλά η πραγματική αξία τους, για την πορεία και ασφάλεια του πλοίου, είναι ανυπολόγιστη.

Σε κάθε ατμομηχανή υπάρχει ένα μικρό μηχάνημα που λέγεται ρυθμιστής. Το μηχάνημα αυτό στρέφεται με μεγάλη ταχύτητα γυρίζοντας μαζί του δύο διαγωνίως εκκρεμή σφαιρίδια. Οταν ο ατμός έχει μεγάλη ένταση, κινεί γρήγορα τα έμβολα και αυτά τον μεγάλο τροχό, και έτσι η ταχεία κίνηση αναπτύσσει την κεντρόφυγα των δύο σφαιριδίων, που έτσι σχηματίζουν αμβλύτερη την γωνία τους με την κορυφή του άξονα του ρυθμιστή, και ανεβάζουν τον μοχλό από κάτω, μικραίνοντας την θυρίδα από όπου περνάει ο ατμός από την σωλήνα των λεβήτων στον κύλινδρο του εμβόλου, έτσι παρεμποδίζεται η επιπλέον αύξηση της ταχύτητας της μηχανής αφού ο ισχυρός ατμός μπαίνει σε μικρότερη ποσότητα. Οταν  πάλι η ένταση του ατμού ελαττωθεί και η μηχανή αρχίζει να κινείται αργότερα, τα σφαιρίδια  επειδή ελαττώνεται η κεντρόφυγη δύναμη, κατεβαίνουν και η θυρίδα του ατμού ανοίγεται περισσότερο ώστε ο ασθενής ατμός να μπει στον κύλινδρο σε μεγαλύτερη ποσότητα. Το θαυμάσιο λοιπόν αυτό μικρό εξάρτημα, κατορθώνει να ρυθμίζει το ποσό του ατμού που ενεργεί πάνω στο έμβολο και να διατηρεί την ταχύτητα της μηχανής μέσα στα όρια της ενέργεια που της ανήκει. Η αγοραία αξία των ρυθμιστών, μπορεί να είναι μικρή σχετικά με τα υπόλοιπα μέρη της ατμομηχανής. Η πραγματική όμως αξία τους για την απρόσκοπτη και κανονική της ενέργεια είναι ανυπολόγιστη.

Τα παραδείγματα αυτά μπορούν νομίζω να παράσχουν σε μας κάποια ιδέα της αξίας της θρησκείας.

Ανθρωπος που ευνοήθηκε ιδιαίτερα από την φύση, που γεννήθηκε σε οικογένεια με έντιμο παρελθόν, που ανατράφηκε με επιμέλεια από τους γονείς του, που εκπαιδεύτηκε με τον καλύτερο τρόπο, που έχει από την φύση του γερό μυαλό και ισχυρή θέληση, φαίνεται ξαφνικά ανίσχυρος να κατανικήσει τον απατηλό πειρασμό του προσωπικού συμφέροντος, να καταπνίξει το πάθος της εκδικήσεως, που κοχλάζει εσωτερικά. Είμαστε εδώ θεατές του πνευματικού εργοστασίου, που σε όλη την αρτιότητα της συστάσεως αρνείται να εκτελέσει τον σκοπό για τον οποίο ιδρύθηκε, έως ότου μπει το ιερό πυρ των πραγματικών σχέσεων με τον Θεό δια του Ιησού Χριστού, έως ότου δηλαδή ο άνθρωπος αποκτήσει πραγματική θρησκεία. Η αξία αυτής της θρησκείας είναι για τον άνθρωπο, σχετικά με την εκτέλεση του αληθινού του προορισμού, πραγματικά ανυπολόγιστη.

Ολοι διαπλέουμε το ανοικτό πέλαγος της ζωής, αλλά πόσοι άραγε υπάρχουν που έχουν πηδάλιο εν ενεργεία; Αναμφίβολα πολύ λίγοι.  Αλλιώς πώς εξηγείται η καταφυγή των περισσοτέρων στο ψεύδος, στον δόλο, σε αιώνια και ανόσια τεχνάσματα για την εκτέλεση των διάφορων αυτών σκοπών; και τι σκοπών! Ο Αλέξανδρος δεν δέχτηκε να μετατραπεί ο Αθως σε ανδριάντα του, αυτοί όμως δεν ησυχάζουν αν δεν κριθούν άξιοι να αντικαταστήσουν αυτόν τον ίδιο τον Ολυμπο! Η δίψα αυτή της υψώσεως του ατόμου με ζημία των άλλων, και με θυσία του κοινού, η μανία της συσσωρεύσεως ύλης και απολαύσεως αυτής, η ακάθεκτη έφοδος των κτηνωδέστερων της ανθρώπινης φύσης παθών, όλα αυτά σαν εξαγριωμένη θάλασσα προσβάλλει και το αρτιότερο ανθρώπινο σκάφος, και σε τίποτα δεν ωφελούν τα υπόλοιπα όταν λείπει το πηδάλιο. Αναγεννημένη η νέα καρδιά, ψυχή λυτρωμένη από την αμαρτία, δια του ζωντανού Σωτήρα Ιησού Χριστού, χαρακτήρας διαμορφωμένος με την θεία χάρη, με ένα λόγο η ύπαρξη πραγματικής θρησκείας στην ψυχή, αυτό είναι το πηδάλιο, από όπου ξεφεύγει ο διαφορετικά, βέβαιος κίνδυνος του καταποντισμού και οδηγείται το σκάφος στο λιμάνι της εκπληρώσεως του ανθρώπινου προορισμού. Η αξία της θρησκείας είναι όντως ανυπολόγιστη.

Πολλοί υπάρχουν, που ονειρεύονται για τον εαυτόν τους μία κανονική και αρμονική ζωή, απαλλαγμένη από την εξίσου σάπια ραθυμία και την θυμοβόρο μέριμνα, αλλά κανένα από τα δύο δεν κατορθώνουν και παρουσιάζουν σαν αιτία για τούτο τις περιστάσεις.  Ο ατμός των περιστάσεων που άλλοτε εισβάλει στην μέγιστη έντασή του και εξαφανίζει την ηρεμία της ψυχής, άλλοτε δε κοπάζοντας στην έσχατη απραξία και απονευρώνοντας το πνεύμα στα τέλματα της ραθυμίας.  Αλλά πραγματικά το σφάλμα βρίσκεται αλλού. Η μηχανή είτε μικρή είναι είτε μεγάλη, είτε ισχυρή είτε ασθενής, θα μπορούσε να εκτελέσει το δικό της έργο καλά και αρμονικά και με ρυθμό, εάν μόνο προστίθετο ο θείος ρυθμιστής, η θεία χάρη στην ψυχή. Τότε οι περιστάσεις δεν θα ίσχυαν να ταράξουν την γαλήνη του πνεύματος, αλλά θα μεταβάλλονταν σε υπηρετικές του ανθρώπινου προορισμού. Είναι αληθινά η αξία της πραγματικής θρησκείας, η αξία της θείας χάρης στην ψυχή, υπερβάλλουσα και εντελώς ανυπολόγιστη.

Αλλά όταν αναλογιστούμε ότι μετά την παρούσα σύντομη ζωή, ακολουθεί η ατελείωτη ζωή της αιωνιότητας, και ότι η απόκτηση της πραγματικότητας που υπάρχει στην θρησκεία, δηλαδή η ανάπτυξη πραγματικών σχέσεων μεταξύ της ψυχής και του Θεού, και η εκ των σχέσεων αυτών απορρέουσα αγνή και νικηφόρα χριστιανική ζωή είναι απαραίτητη για την απόλαυση της άλλης υψηλότερης ζωής της αιωνιότητας, η αξία της θρησκείας προσλαμβάνει μέγεθος άπειρο, όπως είναι άπειρος ο Θεός, με τον οποίο σχετίζει τον άνθρωπο, και όπως είναι άπειρη η αξία του θανάτου του Ιησού Χριστού στον Σταυρό, με τον οποίο γεφυρώθηκε το χάσμα μεταξύ μας και του Θεού που δημιουργήθηκε από την αμαρτία, και εξασφαλίστηκε η ακώλυτη ενέργεια της θείας χάρης στην ψυχή που υποχωρεί. Στην υποχώρηση αυτή και συναίνεση είθε να καταλήξει κάθε ειλικρινής αναγνώστης των λίγων αυτών γραμμών, και ας είναι βέβαιος ότι θα αποκτήσει σαν αναφαίρετο του κτήμα, εκείνο του οποίου η αξία χωρίς καμία υπερβολή είναι εντελώς ιδιαίτερα ανυπολόγιστη.

Τον ανεκτίμητο αυτό θησαυρό βρίσκουμε οδηγούμενοι από την Ιερά Γραφή, στην οποία η θεία Σοφία ομιλώντας λέγει τα εκφραστικά αυτά: «Οστις εύρει εμέ, θέλει ευρεί ζωήν , και θέλει λάβει χάριν παρά Κυρίου. Οστις όμως αμαρτήσει εις εμέ, την εαυτού ψυχήν αδικεί. Πάντες οι μισούντες με αγαπώσι θάνατον!»(Παροιμίες 8:35,36)

 

Δ’ Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ

Του Ξ.Π.Μόσχου

Εάν η ουσία της θρησκείας, όπως αποδείχτηκε προηγουμένως, είναι εντελώς πνευματική , και συνίσταται σε πραγματική και όχι φανταστική σχέση και συγκοινωνία του ανθρώπου με το Υψιστο Ον με τον τρόπο που αποκαλύπτεται στις Γραφές (δηλαδή δια του Ιησού Χριστού), εξυπακούεται ότι δεν μπορεί να υπάρξει δύναμη που να την υπερβαίνει, ή και να συμπληρώνει την ενέργειά της πάνω στον άνθρωπο.

Το μεγάλο σκάφος καθελκύστηκε από πολύ χρόνο και είναι έτοιμο για τον απόπλου. Ο Κολοσσός εκείνος έχει ανάγκη δυνάμεως για να κινηθεί. Τα στήθη του ωκεανού παρουσιάζουν αντίσταση που πρέπει να εξουδετερωθεί βήμα προς βήμα σε όλο το μήκος της υγρής οδού. Ας μισθωθούν μερικές καμήλες από την Ανατολή ή ελέφαντες από την Ινδική, για να σύρουν από την προκυμαία τον Λεβιάθαν. Η ας παραταχθούν οι άνδρες του πληρώματος για να το ωθήσουν από την προκυμαία. Τέτοια δύναμη για τέτοιο όγκο είναι σαν την λεπτή αύρα της θάλασσας που θέλει να σείσει τον μεγάλο Ολυμπο. Ανάγκη για τέτοιο έργο είναι να εξαπολυθεί ο ήλιος που αποθηκεύτηκε από τον Πλάστη μέσα στους γαιάνθρακες, και να μπει στο νερό των λεβήτων, και να γεμίσει με θυμό τον ακούραστο ατμό, και να, το θαύμα έγινε: ο όγκος εκείνος μεταφέρεται μεγαλοπρεπώς με ευχέρεια και ησυχία, σαν να μην υπάρχουν οι χιλιάδες εκείνες των τόνων, που βαρύνουν τα στήθια της γηραιάς θάλασσας, σαν εκείνη η πλωτή πόλη να είναι ένα ονειρώδες και ομιχλώδες πνεύμα της φαντασίας και όχι πελώριοw σωρός πραγματικού σιδήρου και χάλυβα.

Αλλά η ζωή που καλείται ο άνθρωπος να ζήσει, από την ηλικία που άρχισε να διακρίνει τον εαυτό του, από τον περίγυρο, σαν ιδιαίτερο πρόσωπο και εκδηλώνοντας ατομική θέληση και διαμορφώνοντας ατομικό χαρακτήρα μέχρι την τελευταία του πνοή είναι κάτι ασύγκριτα σοβαρότερο από τον υπερωκειάνιο διάπλου. Η αντίσταση που παρουσιάζει ο ωκεανός των καθηκόντων και υποχρεώσεων, τα απειλητικά κύματα των ποικίλων πειρασμών που εφορμούν, η όχι σπάνια θύελλα των παθών που εμφανίζεται και είναι τρομερή στην έκρηξή της, όλα αυτά και άλλα τέτοια, απαιτούν την παρουσία και ενέργεια μεγαλύτερης δυνάμεως από εκείνη του ανθρώπου, αν μέλλει το σκάφος αυτό να διασχίσει νικηφόρα την απόσταση, να αντικρίσει χωρίς να σειστεί τα κύματα των πειρασμών και να σωθεί από κάθε θύελλα των παθών που απειλεί.

Ας διδαχθεί ο νέος ή η νέα τις άριστες των υποθηκών και των γνωμών αρχαίων και νεοτέρων, ας παρατάξει ο άνθρωπος όλες του τις δυνάμεις τις διανοητικές και ηθικές, για να διαπλεύσει τον ωκεανό των καθηκόντων του και υποχρεώσεων. Στην ώρα του πειρασμού οι υποθήκες θα ξεχαστούν. Στην έγερση των παθών η ηθική δύναμη θα συντριβεί και ο ναυαγός θα κραυγάζει ζητώντας βοήθεια από τους άλλους, που είναι επίσης ναυαγοί, ή εντελώς θα αποκάμει στην πάλη και το σκάφος του θα καταποντιστεί στο πέλαγος της ηθικής απελπισίας. Μυριάδες τέτοια ναυάγια συμβαίνουν κάθε μέρα. Γιατί; Γιατί δεν έγινε κατανοητό ότι για να διεξαχθεί ο ανθρώπινος βίος νικηφόρα,  υπάρχει ανάγκη μεγαλύτερης δυνάμεως από εκείνην που υπάρχει στον άνθρωπο, υπάρχει ανάγκη ο «Ηλιος της Δικαιοσύνης» με τις θερμές του ακτίνες της χάριτος του να εμπνεύσει νέα ζωή, την «άνωθεν» ζωή, στον άνθρωπο και να αναπτύξει έτσι σ’ αυτόν τον ιερό εκείνο ατμό, που θα μπορέσει να εκτελέσει το θαύμα-γιατί αυτό είναι αληθινό θαύμα- ανθρώπινου βίου που διεξάγεται νικηφόρα μέσα σε έναν κόσμο ανήθικο άδικο και πονηρό.

Εάν η δύναμη αυτή από πάνω υπάρχει, τίποτα δεν λείπει για τούτο τον σκοπό. Η παιδεία ανοίγει τα μάτια στο ορατό αυτό σύμπαν, και γεμίζει την διάνοια με γνώσεις ποικίλες και αξιόλογες οξύνει την κρίση του ανθρώπου, γυμνάζει την μνήμη και μέχρι ενός σημείου ρυθμίζει την φαντασία και καταρτίζει έτσι σε εύρυθμη κίνηση την διανοητική μηχανή, ή ακονίζει την διανοητική μάχαιρα μέχρι διχοτομήσεως και της τρίχας. Οι ποικίλες εφευρέσεις διευκολύνουν τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και υπηρετούν με τον τελειότερο τρόπο τις ποικίλες τους ανάγκες. Η ποίηση και η καλλιτεχνία ζητούν να αποξέσουν το χυδαίο από τον άνθρωπο και να τον υπαγάγουν σε κάποιον ρυθμό. Αυτά όλα είναι όντως σπουδαία και πολύ άξια τιμής. Αλλά είναι σαν αλοιφή στο ναυπηγημένο πλοίο, είναι σαν τον καθαρισμό και τον ευπρεπισμό των μηχανών του. Είναι σαν τον πολύ ή λίγο διάκοσμο που ομορφαίνει τα διάφορα διαμερίσματά του. Η δύναμη αλλού πρέπει να ζητηθεί. Οπως ο γλυκύς ψαλμωδός του Ισραήλ εξέφρασε το πράγμα: «Απαξ ελάλησε ο Θεός δις ήκουσα τούτο: ότι η δύναμις είναι του Θεού». (Ψαλμ. ξβ’).

Η δύναμη αυτή καταρχήν ενεργεί ανορθωτικά. Ο πεσμένος δεν μπορεί να βαδίσει, αν δεν ανορθωθεί πρώτα. Η αναποδογυρισμένη βάρκα, είναι άχρηστη για τον σκοπό που ναυπηγήθηκε, έως ότου αναστραφεί και πάλι. Εκείνος που έπεσε στη λάσπη έχει ανάγκη να καθαριστεί  και μετά να ανατεθεί σε αυτόν οποιοδήποτε έργο. Ετσι η θεία δύναμη-η θεία χάρις- πρώτα καθαρίζει, συγχωρεί, ξεπλένει, εξαγνίζει και συγχρόνως εμπνέει νέους πόθους και νέα αισθήματα, ανορθώνει την ψυχή, ενισχύει την βούληση, έτσι δίνει την ώθηση για μία ευθεία, ακέραιη και χωρίς τίποτα επιλήψιμο ζωή, που αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τους πειρασμούς που επιτίθενται και που διαλύει σαν την ομίχλη την θύελλα οποιουδήποτε παλιού πάθους που ξεσηκώνεται.

Αλλά πως η δύναμη αυτή η από πάνω, η θεία, η εξόχως πνευματική και υπερκόσμια θα γίνει δική μας; Η απόκριση είναι απλούστατη:«Αιτείτε και δοθήσεται υμίν», είπε ο πλούσιος Δοτήρ, και, «πάντα όσα αν αιτήσητε τον Πατέρα εν τω ονόματί μου, δώσει υμίν». Απλή αίτηση-αλλά αίτηση εγκάρδια και ειλικρινής και με επίγνωση και εκτίμηση της απόλυτης ανάγκης- απλή αίτηση από τον Πατέρα στο όνομα εκείνου που «εξηγόρασεν ημας εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα» θα μας καταστήσει κατόχους της μεγαλύτερης –της μόνης- ηθικής δυνάμεως, που καλείται θεία χάρις, για μία ζωή όντως Χριστιανική, αξιοπρεπή και αγνή.

Η δυσκολία είναι πράγματι εκείνη, που αισθάνεται ο άνθρωπος που μέχρι πρότινος θεωρούσε ότι είναι κάτοχος περιουσίας, και που ξαφνικά ανακαλύπτει ότι είναι πάμπτωχος και ότι πρέπει να επαιτήσει για να τραφεί. Για άνθρωπο υπερήφανο είναι αδύνατη η επαιτεία. Ο άνθρωπος που θεωρεί τον εαυτό του δίκαιο, ή τουλάχιστον πιο ενάρετο από πολλούς άλλους, είναι αδύνατο να πάρει την δύναμη αυτή, επειδή αρνείται να επαιτήσει.

 

Ε’ Η ΔΟΞΑ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ

Του Ξ.Π.Μόσχου

Πολλά υπάρχουν που θεωρούνται σε διάφορες χρονικές στιγμές και που θεωρούνται σήμερα ότι μετέχουν δόξας και λαμπρότητας, προς τα οποία ο άνθρωπος αποβλέπει με θαυμασμό μακαρίζει τους κατέχοντες και στο βαθμό της ίδιας ου ανάπτυξης και εκείνης που τον περιβάλλει κανονίζει και την περί της δόξας και των ενδόξων έργων ή προτερημάτων κρίση του.

Παρατρέχουμε την δόξα της σωματικής ρώμης και της σωματικής ομορφιάς, όχι επειδή περιφρονούμε τα φυσικά αυτά δώρα, που δια της σωστής δίαιτας και της ασκήσεως διατηρούμε ή προάγουμε, αλλά σαν εκ φύσεως υποδεέστερα από εκείνα που  σχετίζονται προς το πνεύμα. Παρατρέχουμε για ισχυρότερους λόγους την δόξα του πλούτου και της υλικής ευμάρειας, σαν εντελώς επίπλαστη και ανεπαρκή για άνθρωπο που ήλθε σε συναίσθηση της σπουδαιότητας της πνευματικής του πλάσεως. Αλλά υπάρχει η δόξα της λογοτεχνίας, που θωπεύει, θέλγει , μαγεύει. Υπάρχει η δόξα της επιστήμης, που ανασκάπτει, ανατέμνει, αποκαλύπτει. Αλλά η θρησκεία υπερτερεί. Η θρησκεία εργάζεται όλα αυτά και μάλιστα μέσα σε κύκλο ασύγκριτα ανώτερο και σπουδαιότερο, μέσα στον κύκλο της συνειδήσεως και του θείου.

Υπενθυμίζουμε εδώ την παρατήρηση που έγινε επανειλημμένα, ότι όταν λέμε θρησκεία δεν εννοούμε την αποστήθιση κάποιου ορισμένου συμβόλου πίστεως ή την εκτέλεση κάποιας σειράς λεγομένων θρησκευτικών πράξεων ή συνηθειών, αλλά την ενδόμυχη σχέση της ψυχής με τον Θεό, που δημιουργήθηκε με την αποδοχή από εμάς της συμφιλιώσεως μεταξύ Θεού και ανθρώπου, την οποία εξασφάλισε υπέρ της ανθρωπότητας με τον ιλαστήριο θάνατό Του ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, γιατί «Αυτός είναι η ειρήνη ημών , όστις έκαμε τα δύο εν, και εκρήμνισε το μεσότοιχον του φραγμού»(Εφεσ. 2:14-18), «όστις τας αμαρτίας ημών αυτός εβάστασεν εν τω σώματι αυτού επί του  ξύλου, δια να ζήσωμεν εν τη δικαιοσύνη, αποθανόντες κατά τας αμαρτίας»(Πετρ.Α’2:24).

Ας παρελάσει μπροστά στη δόξα της εσωτερικής αυτής σχέσεως του ανθρώπου με τον Πλάστη του, κάθε άλλη οποιαδήποτε δόξα γνωστή μεταξύ των ανθρώπων και αμέσως θα χλωμιάσει μέχρις εξαφανίσεως. Μεγάλη η δόξα ενός επιδέξιου στρατηγού που απελευθερώνει μία υποδουλωμένη πόλη. Αλλά εδώ ο κραταιός Εμμανουήλ απελευθερώνει την ψυχή που καταδυναστεύεται από φρικτά πάθη. Μεγάλη η δόξα του ήρωα που για να σώσει άλλον που κινδυνεύει, και εκτίθεται ο ίδιος σε κίνδυνο και θάβεται κάτω από τα ερείπια μίας κατοικίας που πυρπολείται μόλις κατορθώνοντας την διάσωση ενός μικρού παιδιού που έχει πέσει αναίσθητο από τον πνιγηρό καπνό. Εδώ όμως ο άναρχος Υιός του άναρχου Πατέρα κατέβηκε στην ίδια την κάμινο της θείας οργής, εκπνέοντας την αγία Του Ψυχή πάνω στο ξύλο της κατάρας για να σώσει από την τρομερή αυτή κατάσταση τον άξιο γι’ αυτήν την καταδίκη άνθρωπο. Μεγάλη η δόξα του μεγαλόφρονα πατέρα, που δέχεται πάλι στην φιλόστοργη αγκαλιά του τον άφρονα γιο που μετανόησε  και ξαναήλθε στην πατρική στέγη, αλλά εδώ ο ίδιος ο Υψιστος δέχεται πάλι  στην εύνοιά του, τον δούλο που αποστάτησε και χάρη στον ένα Υιό τον μονογενή, τον αποκαλεί και αυτόν τέκνο και υιό!

Η ιατρική μαζεύει χλωρές δάφνες από χρόνο σε χρόνο επειδή κάνει ανακαλύψεις  νέων μικροβίων, νέων αντιβιοτικών, νέων θεραπευτικών μεθόδων: αλλά η θρησκεία του Θεού προ πολλού υπέδειξε το μικρόβιο της αμαρτίας, της πρώτης αυτής πηγής κάθε άλλης μεταξύ των ανθρώπων πληγής και κήρυξε την ασφαλή μέθοδο της απαλλαγής δια του ζωντανού Σωτήρα Ιησού Χριστού, με την έγχυση του μόνου και σίγουρου αντιβιοτικού της χάρης και προσωπικής ενέργειας του Αγίου Πνεύματος.

Η φιλοσοφία τιμάται, και την τιμούσαν άλλοτε πολύ περισσότερο επειδή παιδαγώγησε τον ανθρώπινο πνεύμα σε έρευνα των πέραν της ύλης και πάνω από την ύλη και πίσω από την ύλη, και έδωσε έτσι σε αυτό ορίζοντα εκτενέστερο και ελευθερία για εικασίες και συμπεράσματα. Αλλά η θρησκεία από τον Θεό σήκωσε τον πέπλο που καλύπτει το άγνωστο, και αντί για απειρία εικασιών που δεν μπορούσαν να προχωρήσουν πιο μακριά από μία μικρή πιθανότητα, έδωσε στο ανήσυχο και διψασμένο πνεύμα την ησυχία της βεβαιότητας.

Η ποίηση, το αγγελόμορφο αυτό καμάρι της ανθρώπινης φύσεως, πάντοτε απέσπασε τον θαυμασμό των κοινών θνητών, ανεβάζοντάς τους με κόπο πάνω στις φτερούγες της, σε αιθέρια ύψη, ενώ ζητούσε να μαντέψει εκείνο το οποίο θα γέμιζε το κενό της ψυχής.. Αλλά η θρησκεία που έρχεται από τον Θεό σε αυτό το πεζό επίπεδο της ανθρώπινης ζωής και προσφέρει ότι πραγματικά γεμίζει και ευφραίνει και ικανοποιεί και υψώνει και εξευγενίζει την ψυχή.

Οι φυσικές επιστήμες, που σκύβουν πάντα στο έδαφος αρνούμενες να αναγνωρίσουν  ό,τι δεν καταλαβαίνει μία από τις πέντε αισθήσεις, προβαίνουν μέρα με την μέρα σε πολύ ωφέλιμες για την ζωή του ανθρώπου ανακαλύψεις και δίκαια έχουν την ευγνωμοσύνη της ανθρωπότητας αλλά ο άνθρωπος θέλοντας ή μη στρέφεται και προς τα άνω, όχι προς τον υλικό ξάστερο ουρανό,  αλλά πέρα και πάνω από αυτόν, γιατί προικίστηκε με βλέμμα ευρύτατο, το βλέμμα της διάνοιας και του αισθήματος και της συνειδήσεως. Σε αυτό το εναγώνιο βλέμμα, το αναγκαιότατο και αναπόδραστο βλέμμα, αποκρίνεται η θρησκεία από τον Θεό δείχνοντας τον ίδιο τον υπέροχο πλάστη και δημιουργό.

Η αστρονομία ασχολούμενη με τους καταπληκτικούς όγκους των κόσμων και τις τεράστιες αποστάσεις, ακόμα δεν θαυμάστηκε αρκετά από το υπερβολικά γήινο κοινό. Αλλά η θρησκεία από τον Θεό υπερακοντίζει τις αποστάσεις και τους όγκους και φέρνει την ψυχή μέχρι τον ίδιο τον θρόνο του Θεού.

Η μηχανική έζευξε στο περήφανό της άρμα μία προς μία τις διάφορες δυνάμεις και ιδιότητες των υλικών όντων και εξακολουθεί συνεχώς να στρατολογεί όμοια υποζύγια αφού είναι κάτοχος του πιο λαμπρού θριαμβευτικού οχήματος. Αλλά σε όλη της την γήινη παντοδυναμία κάθεται απλά χωρίς ελπίδα μπροστά σε ένα πρόβλημα: πώς ο πονηρός άνθρωπος θα μετατραπεί σε αγαθό. Αλλά η θρησκεία η εκ Θεού, έχει λύσει προ πολλού το πρόβλημα. «Ημεθα και ημείς ποτε ανόητοι, απειθείς, πλανώμενοι, δουλεύοντες εις διαφόρους επιθυμίας και ηδονάς, ζώντες εν κακία και φθόνω, μισητοί και μισούντες αλλήλους. Αλλά ότε εφανερώθη η χρηστότης και η φιλανθρωπία του Σωτήρος ημών Θεού, ούχι εξ έργων δικαιοσύνης τα οποία επράξαμεν ημείς, αλλά κατά το έλεος αυτού έσωσεν ημάς δια λουτρού παλιγγενεσίας και ανακαινίσεως του Αγίου Πνεύματος.»(Τιμ.γ’3-5).

Η ιστορία διέσωσε την μνήμη διαφόρων νικών, των οποίων η δόξα ονομάστηκε πιο ποιητικά, αγέραστη, αν και βέβαιο είναι ότι λίγοι και σε έκτακτες περιστάσεις συμβαίνει να τις θυμούνται. Αλλά η θρησκεία από τον Θεό κάνει δυνατή την συνεχή και παρούσα την καθημερινή νίκη, την εν τω ανθρώπω νίκη της αλήθειας εναντίον του ψεύδους, την νίκη της τιμιότητας εναντίον του σφετερισμού, την νίκη της αγνότητας εναντίον της ανηθικότητας, την νίκη του λογικού κατά των παθών, την νίκη της νέας καρδιάς κατά των πειρασμών.

Αυτή είναι με ασθενική περιγραφή, η παρούσα δόξα της θρησκείας του Θεού. Με χαρακτήρα τόσο ανυπέρβλητα μεγάλο και ουράνιο, ώστε δεν είναι δυνατόν να υλοποιηθεί και να καταστεί ορατή:«ουδέ εδοξάσθη εν τούτω τω μέρει το δοξασμένον ένεκεν της υπερβαλούσης δόξης»(Κορινθ.Β’ γ’ 10). Αλλά πόσο μεγάλη θα είναι η δόξα του μέλλοντος! «Οφθαλμός δεν είδε και ωτίον δεν ήκουσε και εις καρδίαν ανθρώπων δεν ανέβησαν όσα ο Θεός ητοίμασεν εις τους αγαπώντας αυτόν»(Κορινθ.Α’ β’ 9). Δύο ρητά από την αγία γραφή μπορούν να δώσουν μία ιδέα τώρα: «τώρα γνωρίζω κατά μέρος τότε δε θέλω γνωρίση καθώς και εγνωρίσθην» Κορινθ. Α’ ιγ’ 12. «τώρα είμεθα τέκνα Θεού, και έτι δεν εφανερώθη τι θέλομεν είσθαι εξεύρομεν όμως ότι όταν φανερωθή, θέλομεν είσθαι  όμοιοι με αυτόν διότι θέλομεν ιδεί αυτόν καθώς είναι» Ιωάνν. Α’ γ’ 2. Ω φιλότιμη ψυχή: ιδού μπροστά σου στάδιο ιερής και αμετάκλητης φιλοδοξίας. Μόνο για ένα πράγμα πρώτα από όλα φρόντισε: Οι σχέσεις σου με τον Θεό να είναι πραγματικές και όχι τυπικές ή φανταστικές, να είναι θεμελιωμένες πάνω τις διακηρύξεις των Γραφών.

 

ΣΤ’ Η ΝΟΣΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Του Ξ.Π.Μόσχου

Δημοσιεύεται καμία φορά ένα κακούργημα έκτακτης αγριότητας και οι αναγνώστες εξανίστανται με τους δημοσιογράφους κατά του «ανθρωπόμορφου τέρατος» που το διέπραξε. Η αγανάκτηση αυτή, είναι ομολογουμένως δικαιολογημένη. Τα ορατά αποτελέσματα του μεγάλου κακουργήματος καταπλήσσουν και συνταράσσουν για το μέγεθος της ζημιάς και το ξαφνικό της δυστυχίας που ακολουθεί εκείνους που σχετίζονται με το θύμα.

Αλλά άραγε η σκέψη δεν πρέπει να είναι γενικότερη και βαθύτερη; Οταν έγινε η φοβερή εκείνη έκρηξη του Βεζούβιου που κατέκαψε  και έθαψε ακμάζουσες πόλεις, το δυστύχημα ήλθε σαν αιφνίδιο: ήταν όμως πραγματικά αιφνίδιο και απροσδόκητο; Δεν ήταν γνωστό ότι στα σπλάχνα του θηρίου που κοιμόταν κόχλαζε μία αδάμαστη φωτιά; Και δεν ήσαν γνωστές οι διάφορες ιστορικές εκρήξεις με τα πάντοτε φρικτά τους επεισόδια;

Το κακό υπάρχει σε περισσότερα στήθη, παρά στο ένα εκείνο του κακούργου που διέπραξε το έγκλημα. Η έκρηξη επήλθε, επειδή διάφορες συνθήκες συντέλεσαν. Αλλού δεν έρχεται επειδή οι συνθήκες συμβαίνει να είναι διαφορετικές. Αλλά το ηθικό κακό είναι δυστυχώς γενικό σαν κάποια νόσος μυστηριώδης και ανελέητη, που δηλητηριάζει τα αισθήματα, μολύνει τις σκέψεις, υπαγορεύει πικρά λόγια, ή πολύπλοκες ψευδολογίες, και στο τέλος ξεσηκώνει το αιμοχαρές χέρι σε βία και κακοποιία.

Κάποτε έφεραν μπροστά στον Θεάνθρωπο τη γυναίκα εκείνη που συνελήφθη επ’ αυτοφόρω επειδή βρώμιζε το κρεβάτι του συζύγου της, Εκείνος απλούστατα είπε στους κατηγόρους, «Ο αναμαρτητος υμών πρώτος τον λίθον επ’ αυτήν βαλέτω» (Ιωαν.η’7), και ο αναμάρτητος δεν βρέθηκε να αρχίσει τον κατά τα άλλα νόμιμο λιθοβολισμό.

Το ηθικό κακό, ή με την γλώσσα της Γραφής «η αμαρτία», είναι η πιο φοβερή παγκόσμια νόσος, εκείνη η φωτιά της παραβάσεως που σιγοκαίει σε κάθε στήθος, που όχι σπάνια φτάνει δυστυχώς μέχρι την παταγώδη και καταπληκτική έκρηξη. Για να προληφθεί αποτελεσματικά κάθε έκρηξη, είναι ανάγκη να σβηστεί η φωτιά. Είναι ανάγκη να εξαφανιστεί η αρρώστια, ή τουλάχιστον να εξουδετερωθεί ο ιός της, με κάποιο ανάλογο αντιδραστικό.

Η ιστορία του πολιτισμού και των φιλοσοφικών ερευνών, αποδεικνύει ότι το έργο αυτό υπερβαίνει την δύναμη του ανθρώπου. Η παιδεία αλήθεια οξύνει τον νου, αλλά τον κάνει πιο κατάλληλο και πιο χρήσιμο όργανο στην επιδίωξη του κακού, εφόσον η καρδιά παραμένει πονηρή. Η ευγενική αγωγή καθαρίζει αξιέπαινα «το έξωθεν του ποτηρίου και της παροψίδος», και διαμορφώνεται άνθρωπος με άμεμπτη συμπεριφορά καθ’ όλα. Αλλά αλίμονο σε εκείνον που θα «του πατήσει τον κάλο» αλίμονο σε εκείνο που θα αμφισβητήσει την αξία του, ή θα εκφραστεί δυσμενώς! Η εκδίκηση δεν απαξιώνει να ταράζει και του πιο μορφωμένου τα στήθη και να κανονίζει την διαγωγή. Η δε άσκηση της βουλήσεως για την καταστολή των παθών είναι συνταγή που δίνεται πιο εύκολα παρά εκτελείται.

Σύμφωνα με την χριστιανική διδασκαλία (που για τα πνευματικά και ηθικά ζητήματα είναι η μόνη που μπορεί να έχει αληθινό κύρος) ο άνθρωπος (=κάθε άνθρωπος) είναι ον που έχει πέσει και χρειάζεται προσωπικό σωτήρα και Ανορθωτή. Ο Ιησούς Χριστός, ο ενανθρωπήσας Λόγος με τον θάνατό Του πάνω στον σταυρό, έδωσε την αναγκαία στην θεία δικαιοσύνη ικανοποίηση και εξαγόρασε την συγχώρηση από τον Θεό και την ανάπλαση ή αναγέννηση για καθένα που ειλικρινά ταπεινώνεται και μετανοεί. Η θεία χάρη, το μόνο ανάλογο αντιδραστικό κατά του ιού της πνευματικής μας νόσου, χορηγείται σε κάθε άνθρωπο που το ζητάει από τον Πατέρα στο όνομα του Χριστού. Η ανόρθωση έτσι εξασφαλίζεται με δύναμη υπεράθρωπη και ο ασθενής κηρύσσεται πράγματι θεραπευμένος ή ο αμαρτωλός «σωσμένος» (δες προς Εφεσίους κεφ.β’εδ.1-10).

 165 total views,  1 views today

Print Friendly, PDF & Email

Ευαγγελική Εκκλησία της Ελλάδος